Το χωριό παλιά είχε πολλά καφενεία, γιατί και οι κάτοικοι ήταν αρκετοί. Η Λέσχη, το καφενείο του Στεφανή, του Αρνίτταλη, του Διάκου και κάποια άλλα. Ειδικά από τη Λέσχη, που ήταν της εκκλησίας, πέρασαν πολλοί. Μη φανταστεί-τε μεγάλα κτήρια, όπως σήμερα. Ήταν απλά, τα περισσότερα στενόχωρα με λίγες καρέκλες και τραπέζια.
Ο καθένας προσπαθούσε να έχει τους περισσότερους πελάτες. Πολλές φορές, στην «άγρα πελατών», έπαιζε ρόλο η συγγένεια και σε έντονες πολιτικές διενέΞεις, το τι υποστήριζε ο κάθε καφετζής. Σέρβιραν καφέ, τσάι, κακάο, ούζο, κρασί και κάποια μεζεδάκια. Υπήρχε και ο μαυροπίνακας για τα χρέη. Ήταν ένας πίνακας σε κοινή θέα και εκεί ο καφετζής έγραφε τα χρέη όσων δεν πλήρωναν μετρητοίς. Με μια κιμωλία σημείωναν «κόκκες», γραμμές και το όνομα του οφειλέτη. Πολλές φορές οι «κόκκες» δεν αντιπροσώπευαν το πραγματικό χρέος. Οι αθεόφοβοι, έβαζαν «κόκκες» κατά το δοκούν. Έτσι, όλο το χωριό ήξερε ποιος έχει χρέη στο καφενείο.
Τις γιορτές των Χριστουγέννων ανθούσε η πόκα. Έπαιζαν αρκετά χρήματα και πολλοί κοιμόντουσαν «κούπα», όπως έλεγαν για τους χαμένους. Πολλές φορές το παιχνίδι κρατούσε μέρα νύχτα και όποιος άντεχε. Κάθε καφετζής είχε το δικό του, για να παίρνει «το βιδάνιο». Είχαν ένα ποτήρι και κάθε τόσο έριχνε μέσα χρήματα από το τραπέζι. Τελικά, ο μόνος κερδισμένος πολλές φορές ήταν ο καφετζής. Κατά τις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, έφτιαχναν «την πασταχιούτα», μακαρονάδα, για να φάνε οι παίκτες και όσοι παρακολουθούσαν. Δεν υπήρχε ωραιότερη μακαρονάδα από αυτήν. Ο γράφων τη γεύθηκε και ξέρει.
Υπήρξαν καφετζήδες και καφετζήδες. Καθαροί, ευγενικοί, βαριεστημένοι και ζόρικοι. Πολλοί έγιναν καφετζήδες σε μεγάλοι ηλικία και καταλαβαίνετε… Πρωί πρωί ζητούσες καφέ και ο καφετζής έλεγε: – Πρωί πρωί όλοι θέλετε κα-φέ! Πιέτε και καμιά πορτοκαλάδα…
Όταν δεν υπήρχαν τα φώτα, υπήρχαν οι λάμπες, τα λουξ και πολλές φορές, όταν σπούσε ο αμίαντος, καληνύχτα. Το καφενείο έκλεινε!
Μιλήσαμε για τους καφετζήδες, αλλά κάθε τόσο και μια καινούρια ιστορία ξανάρχεται στο μυαλό ή κάποιος χωριανός μας διηγείται. Τα καφενεία αρκετά και αν κάποιος είχε ένα κτήριο, βαπτιζόταν καφενείο.
Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι τουρίστες στο χωριό, οι καφετζήδες δεν ήξεραν ξένες γλώσσες και η συνεννόηση γινόταν με πολλούς τρόπους. Ότι και να πούμε, η φιλοξενία των Μεσαναγρενών είναι και ήταν απαράμιλλη. Ευγενικοί, πρόσχαροι, καθαροί, προσπαθούσαν να ευχαριστήσουν τους ξένους. Και μη βάλετε στο νου σας να ήθελαν να τους εκμεταλλευτούν. Ήρθαν, λοιπόν, στη Λέσχη οι ξένοι και Έλληνες μαζί και ζήτησαν να τους φτιάξει ο καφετζής κάτι για να τσιμπήσουν. Ο καφετζής τους είπε ότι μπορεί να φτιάξει τηγανητές πατά-τες, αυγά ομελέτα, σαλάτα και είχε έτοιμα και κηπευτικά. Ήρθαν οι παραγγελίες και οι ξένοι γεύθηκαν όλα τα παραπάνω που ήταν φρέσκα φρέσκα, παραγωγής του ίδιου του καφετζή. Όταν ήρθε ή ώρα να φύγουν, ζήτησαν τον λογαριασμό. Ο καφετζής με την απλότητα που τον διέκρινε και για να ευχαριστήσει τους ξένους τους είπε: «Παιδιά μου, ακούστε. Οι ντομάτες είναι δικής μου παραγωγής, οι πατάτες δικές μας, τα αυγά το ίδιο, πληρώστε μου μόνο τη λεμονάδα».
Ο καφετζής ήταν ένα προσοδοφόρο επάγγελμα την εποχή εκείνη. Κόσμος υπήρχε στο χωριό, άρα και αρκετά καφενεία. Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να είναι περιποιητικοί, διέθεταν χιούμορ και ήταν καταφερτζήδες. Ας διηγηθούμε δύο όμορφα περιστατικά της εποχής εκείνης…
Τα χρήματα λίγα και πολλές φορές, ακόμα και ο καφές δινόταν βερεσέ. Είχαν, λοιπόν, έναν πίνακα σε περίοπτη θέση του καφενείου και εκεί έγραφαν τα ονόματα όσων χρωστούσαν και δίπλα έβαλαν τις γνωστές «κόκκες», για να φαίνεται πόσα χρωστάνε. Μέτρο απάνθρωπο, αλλά οι χωριανοί το δεχόντουσαν ασυζητητί. Μια μέρα ένας χωριανός δεν πήγε στο καφενείο, γιατί έτυχε να γυρίσει αργά απ’ το χωράφι. Πηγαίνοντας την άλλη μέρα να πιει καφέ, κοίταξε τον πίνακα και αντί να δει 5 κόκκες, είδε 6.
- Γιατί 6 καφέδες κυρ Κώστα μου; Χτες εγώ δεν ήρθα στο καφενείο.
- Σου ’πα ’γω να μην έρθεις; Εγώ σε χρέωσα. Κόκκαλο ο πελάτης!
Την εποχή εκείνη υπήρχαν πολλά καταστήματα στο χωριό. Μπακάλικα, κουρεία, καφενεία, ραφτάδικα και παπουτσίδικα. Μη φανταστείτε ότι οι άνθρωποι είχαν σαν κύρια απασχόληση τα παραπάνω επαγγέλματα. Ασκούσαν το επάγγελμά τους συνήθως μετά τις γεωργικές τους ενασχολήσεις. Μετά τη δου-λειά, άνοιγαν και εξυπηρετούσαν τους κατοίκους.
Καταστήματα της εποχής: Εμποροραφείο, Μαυρουδής Αθανασάς. Καφενεία, Στέφ. Βατενός, Εμμ. Διακάκης, Χαρ. Λάμπρου, Μαν. Αρνίτταλης. Παντοπω-λεία, Μόδ. Αθανασάς, Στ. Μάνης, Ανάργ. Μπίλλης, Ματθ. Σταματάκης, Μ. Στεφανάρας, Βασιλάς Μανωλάς, Στ. Ιωαννίδης και Τριαντ. Γεωργιάδης.
Η Λέσχη, όταν αργότερα έγινε Καφενείο, έβγαινε σε δημοπρασία και όποιος κτυπούσε και έβαζε περισσότερα χρήματα τη λειτουργούσε. Καφετζήδες από τη Λέσχη πέρασαν πολλοί: ο Μ. Μιχαήλ, ο Α. Γιωργάς, ο Μ. Σαματακής, ο Εμμ. Πιλληρής, ο Μ. Πιζήμολας και ο Τσ. Καραγιάννης.
.jpg)









