Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΟΙ ΚΑΦΕΤΖΗΔΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΑΝΑΓΡΟΥ

 


                                                                       




    Το χωριό παλιά είχε πολλά καφενεία, γιατί και οι κάτοικοι ήταν αρκετοί. Η Λέσχη, το καφενείο του Στεφανή, του Αρνίτταλη, του Διάκου και κάποια άλλα. Ειδικά από τη Λέσχη, που ήταν της εκκλησίας, πέρασαν πολλοί. Μη φανταστεί-τε μεγάλα κτήρια, όπως σήμερα. Ήταν απλά, τα περισσότερα στενόχωρα με λίγες καρέκλες και τραπέζια.

Ο καθένας προσπαθούσε να έχει τους περισσότερους πελάτες. Πολλές φορές, στην «άγρα πελατών», έπαιζε ρόλο η συγγένεια και σε έντονες πολιτικές διενέΞεις, το τι υποστήριζε ο κάθε καφετζής. Σέρβιραν καφέ, τσάι, κακάο, ούζο, κρασί και κάποια μεζεδάκια. Υπήρχε και ο μαυροπίνακας για τα χρέη. Ήταν ένας πίνακας σε κοινή θέα και εκεί ο καφετζής έγραφε τα χρέη όσων δεν πλήρωναν μετρητοίς. Με μια κιμωλία σημείωναν «κόκκες», γραμμές και το όνομα του οφειλέτη. Πολλές φορές οι «κόκκες» δεν αντιπροσώπευαν το πραγματικό χρέος. Οι αθεόφοβοι, έβαζαν «κόκκες» κατά το δοκούν. Έτσι, όλο το χωριό ήξερε ποιος έχει χρέη στο καφενείο.

Τις γιορτές των Χριστουγέννων ανθούσε η πόκα. Έπαιζαν αρκετά χρήματα και πολλοί κοιμόντουσαν «κούπα», όπως έλεγαν για τους χαμένους. Πολλές φορές το παιχνίδι κρατούσε μέρα νύχτα και όποιος άντεχε. Κάθε καφετζής είχε το δικό του, για να παίρνει «το βιδάνιο». Είχαν ένα ποτήρι και κάθε τόσο έριχνε μέσα χρήματα από το τραπέζι. Τελικά, ο μόνος κερδισμένος πολλές φορές ήταν ο καφετζής. Κατά τις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, έφτιαχναν «την πασταχιούτα», μακαρονάδα, για να φάνε οι παίκτες και όσοι παρακολουθούσαν. Δεν υπήρχε ωραιότερη μακαρονάδα από αυτήν. Ο γράφων τη γεύθηκε και ξέρει.

Υπήρξαν καφετζήδες και καφετζήδες. Καθαροί, ευγενικοί, βαριεστημένοι και ζόρικοι. Πολλοί έγιναν καφετζήδες σε μεγάλοι ηλικία και καταλαβαίνετε… Πρωί πρωί ζητούσες καφέ και ο καφετζής έλεγε: – Πρωί πρωί όλοι θέλετε κα-φέ! Πιέτε και καμιά πορτοκαλάδα…

Όταν δεν υπήρχαν τα φώτα, υπήρχαν οι λάμπες, τα λουξ και πολλές φορές, όταν σπούσε ο αμίαντος, καληνύχτα. Το καφενείο έκλεινε!


Μιλήσαμε για τους καφετζήδες, αλλά κάθε τόσο και μια καινούρια ιστορία ξανάρχεται στο μυαλό ή κάποιος χωριανός μας διηγείται. Τα καφενεία αρκετά και αν κάποιος είχε ένα κτήριο, βαπτιζόταν καφενείο.

Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι τουρίστες στο χωριό, οι καφετζήδες δεν ήξεραν ξένες γλώσσες και η συνεννόηση γινόταν με πολλούς τρόπους. Ότι και να πούμε, η φιλοξενία των Μεσαναγρενών είναι και ήταν απαράμιλλη. Ευγενικοί, πρόσχαροι, καθαροί, προσπαθούσαν να ευχαριστήσουν τους ξένους. Και μη βάλετε στο νου σας να ήθελαν να τους εκμεταλλευτούν. Ήρθαν, λοιπόν, στη Λέσχη οι ξένοι και Έλληνες μαζί και ζήτησαν να τους φτιάξει ο καφετζής κάτι για να τσιμπήσουν. Ο καφετζής τους είπε ότι μπορεί να φτιάξει τηγανητές πατά-τες, αυγά ομελέτα, σαλάτα και είχε έτοιμα και κηπευτικά. Ήρθαν οι παραγγελίες και οι ξένοι γεύθηκαν όλα τα παραπάνω που ήταν φρέσκα φρέσκα, παραγωγής του ίδιου του καφετζή. Όταν ήρθε ή ώρα να φύγουν, ζήτησαν τον λογαριασμό. Ο καφετζής με την απλότητα που τον διέκρινε και για να ευχαριστήσει τους ξένους τους είπε: «Παιδιά μου, ακούστε. Οι ντομάτες είναι δικής μου παραγωγής, οι πατάτες δικές μας, τα αυγά το ίδιο, πληρώστε μου μόνο τη λεμονάδα».

Ο καφετζής ήταν ένα προσοδοφόρο επάγγελμα την εποχή εκείνη. Κόσμος υπήρχε στο χωριό, άρα και αρκετά καφενεία. Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να είναι περιποιητικοί, διέθεταν χιούμορ και ήταν καταφερτζήδες. Ας διηγηθούμε δύο όμορφα περιστατικά της εποχής εκείνης…

Τα χρήματα λίγα και πολλές φορές, ακόμα και ο καφές δινόταν βερεσέ. Είχαν, λοιπόν, έναν πίνακα σε περίοπτη θέση του καφενείου και εκεί έγραφαν τα ονόματα όσων χρωστούσαν και δίπλα έβαλαν τις γνωστές «κόκκες», για να φαίνεται πόσα χρωστάνε. Μέτρο απάνθρωπο, αλλά οι χωριανοί το δεχόντουσαν ασυζητητί. Μια μέρα ένας χωριανός δεν πήγε στο καφενείο, γιατί έτυχε να γυρίσει αργά απ’ το χωράφι. Πηγαίνοντας την άλλη μέρα να πιει καφέ, κοίταξε τον πίνακα και αντί να δει 5 κόκκες, είδε 6.

- Γιατί 6 καφέδες κυρ Κώστα μου; Χτες εγώ δεν ήρθα στο καφενείο.

- Σου ’πα ’γω να μην έρθεις; Εγώ σε χρέωσα. Κόκκαλο ο πελάτης!

Την εποχή εκείνη υπήρχαν πολλά καταστήματα στο χωριό. Μπακάλικα, κουρεία, καφενεία, ραφτάδικα και παπουτσίδικα. Μη φανταστείτε ότι οι άνθρωποι είχαν σαν κύρια απασχόληση τα παραπάνω επαγγέλματα. Ασκούσαν το επάγγελμά τους συνήθως μετά τις γεωργικές τους ενασχολήσεις. Μετά τη δου-λειά, άνοιγαν και εξυπηρετούσαν τους κατοίκους.

Καταστήματα της εποχής: Εμποροραφείο, Μαυρουδής Αθανασάς. Καφενεία, Στέφ. Βατενός, Εμμ. Διακάκης, Χαρ. Λάμπρου, Μαν. Αρνίτταλης. Παντοπω-λεία, Μόδ. Αθανασάς, Στ. Μάνης, Ανάργ. Μπίλλης, Ματθ. Σταματάκης, Μ. Στεφανάρας, Βασιλάς Μανωλάς, Στ. Ιωαννίδης και Τριαντ. Γεωργιάδης.

Η Λέσχη, όταν αργότερα έγινε Καφενείο, έβγαινε σε δημοπρασία και όποιος κτυπούσε και έβαζε περισσότερα χρήματα τη λειτουργούσε. Καφετζήδες από τη Λέσχη πέρασαν πολλοί: ο Μ. Μιχαήλ, ο Α. Γιωργάς, ο Μ. Σαματακής, ο Εμμ. Πιλληρής, ο Μ. Πιζήμολας και ο Τσ. Καραγιάννης.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

ΑΛΩΝΙΣΜΟΣ

 

                                                                         


Όταν τέλειωνε το θέρος και τα στάχυα έφταναν στο αλώνι ,άρχιζε ένας άλλος αγώνας., το αλώνισμα. Κάθε οικογένεια είχε το αλώνι της κοντά στο χωριό. Όλα τα αλώνια ήταν στρογγυλά και το ένα κοντά στο άλλο. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν αλωνιστικές μηχανές και το αλώνισμα γινόταν με τα ζώα.

Από πολύ νωρίς όλη η οικογένεια ήταν στο αλώνι. ΄Εβαζαν τα ζώα το ένα δίπλα στο άλλο και πάντα τα οδηγούσε κάποιος .΄Εριχναν τα στάχυα στο αλώνι και ο αγώνας άρχιζε. Πόσους γύρους έκαναν τα ζώα και οι άνθρωποι γύρω γύρω στο αλώνι, δεν μπορούσα να φανταστώ. Στους μικρούς αυτό φαινόταν και παιχνίδι. Με ένα μικρό διάλειμμα αυτό συνεχιζόταν μέχρι να βασιλέψει ο ήλιος. Τα στάχυα με το πάτημα των ζώων έλιωναν και φαινόταν το σιτάρι. Τά μάζευαν στις άκρες και έριχναν άλλα στάχυα και αυτό γινόταν συνέχεια.

Συνήθως ο πατέρας κρατώντας το τιριάχτυλο (εργαλείο γεωργικό) , όταν φυσούσε αέρας ,σήκωνε ψηλά τα άχυρα να τα πάρει ο αέρας και να μείνει το στάρι. Το σιτάρι έμπαινε στα σακιά ,φορτώνονταν στα ζώα και μεταφέρονταν στα σπίτια. Από εκεί έμπαινε στις πάγκες που αποθηκευόταν. ΄Εβλεπες καθημερινά ένα ολόκληρο χωριό να βρίσκεται στα αλώνια, να παλεύει , να συναγωνίζεται και να το χαίρεται. ΄Οποιος τελείωνε νωρίτερα βοηθούσε και τους συγγενείς.

Το άχυρο έπρεπε να μεταφερθεί στις αποθήκες ,στα κελάρια, για τα ζώα. Η μητέρα ήταν στο αλώνι και γέμιζε τις σάκες με άχυρο ,τις φόρτωνε στο γαϊδουράκι και τα παιδιά οδηγώντας το ζώο έφταναν στο κελάρι. Εκεί περίμενε ο πατέρας .Ξεφόρτωνε τις σάκες και τις ανέβαζε στο δώμα της αποθήκης. Στο δώμα υπήρχε μια τρύπα που από εκεί έριχνε το άχυρο μέσα. μείς τα παιδιά πέφταμε μέσα στη αποθήκη από την τρύπα και πατούσαμε το άχυρο για να κάτσει. ΄Ηταν από τα πιο αγαπημένα μας παιχνίδια.

Αργότερα ήρθαν οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές που απάλλαξαν τους γεωργούς από τα δύσκολα και ο γεωργός έπαιρνε το σιτάρι έτοιμο μέσα στο χωράφι. Αυτό όμως χάλασε την αλληλεγγύη , την ομαδικότητα ,την παράδοση.

Σήμερα πάνε όλα αυτά. Οι γεωργοί παίρνουν επιδοτήσεις για να μη σπέρνουν, τα χωράφια χερσεύουν ,τα αλώνια έγιναν οικόπεδα και χτίζονται σπίτια και εγώ να αναπολώ όλα αυτά και ο εγγονός μου να μην πιστεύει ότι κάποτε γινόντουσαν . ΄Ετσι είναι η ζωή. Είναι αυτό πρόοδος ,είναι καλύτερες μέρες ,πιστέψτε με δεν μπορώ να το καταλάβω…





Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Ο ρόλος της Εκκλησίας του χωριού επί Τουρκοκρατίας

 



                                                              


   Ο ρόλος της Εκκλησίας του χωριού επί Τουρκοκρατίας

Επί τουρκοκρατίας η Εκκλησία διατήρησε κάποια προνόμια. Στην αρχή δεν επέτρεπαν να κτίζονται καινούριες εκκλησιές, αλλά αργότερα επέτρεπαν τη συντήρησή τους. Ο Μητροπολίτης ήταν ο αρχηγός όλων των χριστιανών και είχε δικαίωμα να λύνει προβλήματα που αφορούσαν, προίκα, κληρονομιές, διαθήκες, διαζύγια κ.ά.

Κάθε εκκλησία είχε τον Κώδικά της και τηρούσε και ληξιαρχικά βιβλία. Χάρη σε όλα αυτά διασώθηκε ολόκληρη η ιστορία μιας μεγάλης περιόδου. Η ζωή τότε περιστρεφόταν γύρω από την εκκλησία.

Ο Μητροπολίτης επισκεπτόταν το χωριό τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο και η επίσκεψη του έπαιρνε πανηγυρικό χαραχτήρα. Όλο το χωριό συμμετείχε στην υποδοχή του και από μέρες, γίνονταν οι κατάλληλες προετοιμασίες. Την ημέρα που ερχόταν στο χωριό οι δρόμοι στρώνονταν με μυρτιές, οι νοικοκυρές έκαναν διάφορα σχήματα με ασβέστη, ιδίως κύκλους, στους πέτρινους δρόμους και όλοι βρίσκονταν στην είσοδο του χωριού. Προεστοί, δάσκαλοι, μαθητές και οι γυναίκες κρατούσαν θυμιαστήρες, όταν η πομπή περνούσε μπροστά από τα σπίτια τους. Ο Δεσπότης έμενε στο καλύτερο σπίτι του χωριού και μετά τον εσπερινό ακολουθούσε δείπνο με όλες τις αρχές του χωριού και αργότερα έλυνε διάφορα προβλήματα των χωριανών.

Την επόμενη μέρα, γινόταν η Θεία Λειτουργία και το κήρυγμα από τον ίδιο τον Δεσπότη. Αυτό συνεχίστηκε και επί Ιταλοκρατίας και θυμάμαι και μέχρι τα παιδικά μας χρόνια, τη δεκαετία του ’50. Ο Δεσπότης όριζε την Εκκλησιαστική Επιτροπή και της είχε παραχωρήσει ορισμένες αρμοδιότητες. Συντήρηση ναού, εξεύρεση πόρων, λύση μικροπροβλημάτων ανάμεσα στους χωριανούς, διαφύλαξη της Εκκλησιαστικής περιουσίας και πληρωμή των Δασκάλων που υπηρετούσαν στο χωριό.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΣΤΟ BLOG MOY(messanagros-rhodes.blogspot.com)-21/5/26-)

                                                                   




ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΣΤΟ BLOG MOY(messanagros-rhodes.blogspot.com)-21/5/26-)



Γίναμε και διεθνείς. Το blog μας σε καθημερινή βάση παρακολουθούν άνθρωποι από όλη τη γη. Σας παρουσιάζουμε τους επισκέπτες μας τη σημερινή μέρα 21/5/26.


Γερμανία

375

Ηνωμένες Πολιτείες

159

Σιγκαπούρη

69

Φινλανδία

53

Μεξικό

48

Χονγκ Κονγκ

29

Ηνωμένο Βασίλειο

18

Γαλλία

14

Πολωνία

13

Άλλο

108

Σουηδία..                        9

Ρουμανία                        7

Ελλάδα                           6

Βραζιλία                         5

Καναδάς                        4

Ινδία                              4

Ιταλία                            4

Βιετνάμ                        4

Ιαπωνί                         3

………………………….

Σύνο                       932


Του Ασυναληψιού (Της Αναλήψεως)

 



                                                        


Του Ασυναληψιού (Της Αναλήψεως)


Η Ανάληψη ήταν η γιορτή των βοσκών. ΄Ολοι οι χωριανοί γιόρταζαν στις μάντρες ,που υπήρχαν πολλές. Οι συγγενείς ,άλλοι με τα ζώα τους, άλλοι με τα πόδια ,πήγαιναν για να γιορτάσουν την ημέρα και να περάσουν καλά.

Οι βοσκοί από τις προηγούμενες ημέρες ετοιμαζόντουσαν για να φιλοξενήσουν τους δικούς τους . Ετοίμαζαν τυριά ,γάλατα , μυζήθρα ,γριά ,και γιαπράκια, ντολμάδες. ΄Ολο το χωριό έφτιαχνε ντολμάδες , με αμπελόφυλλα και με κρέας ριφιού. Επίσης το κοκκινιστό ήταν στη διάταξη.

Κάτω από τα πελώρια κυπαρίσσια ή πεύκα ,κατάχαμα ,άπλωναν τα τραπεζομάντηλα και τα γέμιζαν με τα φαγητά. Ο κάθε μαντράτορας ,βοσκός , έσφαζε το κατσίκι και άρχιζε το ψήσιμο στη φωτιά που είχαν ανάψει. Όλοι γλεντούσαν και απολάμβαναν τα φαγητά και το κρασί. Ανάμεσα στα δέντρα έδεναν σχοινιά και έφτιαχναν κούνιες ,για να κουνιούνται τα παιδιά. Το έθιμο έλεγε ,όλα τα παιδιά να κάνουν κούνιες. Ακόμα και σήμερα που δε γίνονται αυτά, οι κούνιες στο χωριό θα γίνουν. Σε κάποιο δέντρο θα δεθεί το σχοινί ,για να τηρηθεί το έθιμο.

Η ημέρα περνούσε χαρούμενα και το γλέντι τέλειωνε αργά το απόγευμα. Το βραδάκι ,ένα ατέλειωτο καραβάνι ,αποτελούμενο από ανθρώπους και ζώα, έπαιρνε το δρόμο προς το χωριό. ΄Ηταν μια όμορφη στιγμή. ΄Αλλοι κεφάτοι να τραγουδούν , άλλοι κουρασμένοι από το ποτό και τα παιδιά να τρέχουν ατέλειωτα.

΄Ομορφες μέρες, όμορφα χρόνια ,όμορφοι άνθρωποι ,αξέχαστες στιγμές.


Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Ο ΒΕΖΙΡΗΣ ,ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΠΑΙΧΙΔΙ

 

                                                          




Μικροί παίζαμε πολλά παιχνίδια. Τα παιχνίδια σε σχέση με τα τωρινά ήταν

πιο απλά, εύχρηστα και δεν είχαν σχέση με τη σημερινή τεχνολογία. Προσπα-

θούσαμε να φτιάξουμε παιχνίδια με υλικά που υπήρχαν στο χωριό. Ένα πολύ

διαδεδομένο παιχνίδι ήταν ο Βεζίρης. Το παιχνίδι ήταν απλό και για να παιχθεί

χρειαζόμασταν ένα κόκκαλο από κατσίκι και δυο ξύλα. Το κόκκαλο το έβγαζαν

από το πόδι του κατσικιού, που έσφαζαν οι βοσκοί και μπορούσε να σταθεί και

στις τέσσερις μεριές του. Η μια μεριά ήταν ο βασιλιάς, η άλλη ο βεζίρης, η άλλη

μια λακουβίτσα και η αντίθετή της. Υπήρχαν και δυο ξύλα. Το ένα ήταν ο βασι-

λιάς και το άλλο ο Βεζίρης.

Καθόμασταν γύρω γύρω και κάθε παιδί πετούσε το κόκκαλο. Αν έπεφτε η

μεριά του βασιλιά το παιδί έπαιρνε το ξύλο που συμβόλιζε τον βασιλιά, αν έπε-

φτε η μεριά του βεζίρη το ξύλο που συμβόλιζε το βεζίρη. Ο βασιλιάς έδινε δια-

ταγές στον βεζίρη, που έπρεπε να εκτελέσει. Όποιο παιδί έριχνε το κόκκαλο και

του έπεφτε η λακκούβα, ο βασιλιάς έλεγε την ποινή και ο βεζίρης εκτελούσε.

Π.χ., δέκα ξυλιές στο χέρι, πέντε πιρουνάτες, σκαφτές, απαλές.

Καθώς ρίχναμε το κόκκαλο, οι ρόλοι άλλαζαν και από βασιλιάς ή βεζίρης

βρισκόσουν να τις τρως. Έπρεπε, λοιπόν, να είσαι προσεκτικός και συνετός,

γιατί θα απολάμβανες τον καρπό των διαταγών σου. Διασκεδαστικό, διδακτικό

αλλά και σκληρό παιχνίδι, μονοπωλούσε, όμως, αρκετές στιγμές τα ζωή μας.

Σήμερα το παιχνίδι αυτό ξεχάστηκε. Βλέπεις, η τεχνολογία και η τηλεόραση βομβαρδίζει καθημερινά τα παιδιά μας με ένα σωρό παιχνίδια, ξένα με την ελληνική νοοτροπία. Εμείς το περιγράφουμε για να το ξαναθυμηθούν οι παλαιότεροι και ίσως κάποιοι νεότεροι από περιέργεια να το παίξουν και αυτοί.

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Οι Πηγές και τα κηπούλια στον Μεσαναγρό

                                                                                

                                                                 



Οι Πηγές και τα κηπούλια

Πάντα ο Μεσαναγρός είχε πρόβλημα νερού. Έβρεχε, όμως, πολύ και έτσι η κατάσταση βολευόταν. Υπήρχαν όμως και πολλές πηγές που βοηθούσαν στη λύση του προβλήματος. Σήμερα πολλές απ’ αυτές δεν υπάρχουν. Αναφέρουμε τις πηγές για την ιστορία:

ΜΕΣΤΕΝΟΥΕΣ. Πηγάζει από το Πήμαχο και είναι χιλιοτραγουδισμένο .Του Μεστενού μας το νερό που είναι ξακουσμένο, που ’ρχεται απ’ το Πήμαχο με τη δροσιά λουσμένο.

ΟΡΓΥΙΕΣ. Πηγή που το νερό της εχρησιμοποιείτο για πότισμα κήπων.

ΦΛΕΕΣ. Βρύση πολύ παλιά, συνοικισμού που καταστράφηκε. Ευρέθησαν οχετοί από κορασάνι και ασβέστη που το νερό διοχετεύετο στο καταστραφέν χωριό.

ΚΟΥΣΑ. Πηγή που έπαιρναν νερό οι κάτοικοι από τις Ευγάλες και εποτίζοντο και κήποι.

ΛΟΥΒΡΟΥ. Υπήρχε νερό άφθονο, αλλά μακριά από το χωριό. Λόγω της απόστασης οι Μεσαναγρενοί δεν μπόρεσαν να το φέρουν στο χωριό.

ΒΡΥΣΗ ΚΑΜΠΟΥ. Πηγή χρονολογούμενη από τα προχριστιανικά χρόνια. Πλησίον υπάρχει και άλλη πηγή που μυρίζει πετρέλαιο. Οι Ιταλοί προσπάθησαν να την εκμεταλλευτούν, αλλά η αξία της μικρή.

ΚΑΠΟΣ. Πηγή με αρκετό νερό που εχρησιμοποιείτο για την κίνηση μύλων.

ΔΑΛΗ. Πηγή για τα ποίμνια.

ΑΣΣΑΛΟΣ. Αρκετό νερό με το οποίο επότιζαν κήπους και ζώα.

ΒΟΥΡΝΙΑ. Πηγή παλιού συνοικισμού.

ΖΩΟΠΕΣ. Πηγή παλιού συνοικισμού που καταστράφηκε από εχθρικές επιδρομές.

ΠΙΑΙ ΠΑΠΑ-ΓΙΩΡΓΗ. Με το νερό της έσβηναν τη δίψα τους οι περαστικοί.

ΚΟΚΚΙΝΗ. Πηγή με νερό για ζώα.

ΛΙΠΑΡΟΥΪΚΑ. Πότισμα ζώων.

ΚΛΗΜΑ. Πηγή που υδρεύοντο οι κάτοικοι παλιού συνοικισμού. Ιστορικό μέρος για Πλάκκες.

ΚΙΑΟΥΛΑ. Πηγή παλιού συνοικισμού.

ΣΑΛΗΜΗ. ΚΑΤΑΡΡΗΚΤΗ. ΚΙΑΗ ΛΕΙΑΙ. ΑΝΤΡΟΛΙΑΝΟΥΣ. ΚΑΡΑΟΣ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ. ΑΣΠΡΟΠΕΤΡΕΣ. Πηγές για πότισμα ζώων.

ΣΤΕΦΑΝΑΚΙ. Το νερό της πηγής αυτής, με τη βοήθεια των Μεσαναγρενών της Αμερικής, διοχετεύτηκε στο χωριό για πόσιμο.

ΤΑ ΒΡΥΣΙΑ. Το νερό εχρησιμοποιείτο για τα ζώα.

ΠΗΓΗ ΛΙΑΣ. Παλιά άρδευε περί τους 30 κήπους.

ΑΥΤΟΛΕΣ. Βρίσκεται Δυτικά του χωριού και παλιά αρδεύοντο οι κάτοικοι του συνοικσμού Λουριά και κάποιοι κήποι.

Άλλες πηγές. Σκιάδι, Βουρνιά, Λιπαρούικα, Κλήμα, Κιάουλα, Καταϊνός, Σα-λήμη, Λειάι, Αντρολιάνοι, Ασπρόπετρες, Κάραος, Αλεξάνδρου.

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Η γιορτή της μητέρας

 

                                                                          



Η γιορτή της μητέρας


Τη δεύτερη Κυριακή του Μάη κάθε χρόνο γιορτάζουμε τη γιορτή της μητέρας. Της μητέρας όλων των λαών του κόσμου. Οι αρχαίοι ΄Ελληνες γιόρταζαν τη μητέρα γη την ΄Ανοιξη. Στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τη συναντάμε ως γιορτή αφιερωμένη στη θεά Κυβέλη ,που γιορταζόταν το Μάρτιο. Στην Αγγλία το 16ο αιώνα η τέταρτη Κυριακή της Σαρακοστής ήταν αφιερωμένη στις μητέρες και ονομαζόταν Κυριακή της μητέρας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στις αρχές του 20 ου αιώνα η δασκάλα ΄Αννα Τζάβρις αγωνίστηκε για να καθιερωθεί η Γιορτή της Μητέρας τη δεύτερη Κυριακή του Μάη. Η γιορτή θα αφιερωνόταν στη μητέρα της ,που αγωνίστηκε για τη συμφιλίωση Νοτίων και Βορείων. Οι αγώνες της δικαιώθηκαν το 1915, που το Κογκρέσο καθιέρωσε τη γιορτή αυτή.

Στη χώρα μας γιορτάστηκε το 1929 ,στις 2 Φεβρουαρίου ,θέλοντας να συνδυάσουν τη γιορτή της μητέρας με τη γιορτή της Υπαπαντής. Τελικά τη δεκαετία του -60 ,η γιορτή μεταφέρθηκε τη δεύτερη Κυριακή του Μάη.

΄Ετσι κάθε χρόνο τη δεύτερη Κυριακή του Μάη τιμούμε τις μητέρες όλου του κόσμου. Πιστεύω ότι μέχρι να ξανάρθει η δεύτερη Κυριακή του Μάη του επόμενου χρόνου ,να τη θυμόμαστε, να την τιμούμε και να εκδηλώνουμε την αγάπη μας σ΄αυτή που μας έφερε στη ζωή.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΙΣ ΜΑΝΑΔΕΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Σάββατο 9 Μαΐου 2026

ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΝΟΙ

 


                                                                 



Αν και το χωριό είναι ορεινό, έχει πολλές προσβάσεις με τα γύρω χωριά. Συνδέεται με τη Λαχανιά, την Κατταβιά και την Αρνίθα. Σήμερα, ο δρόμος με τη Λαχανιά είναι άσφαλτος καθώς και ο δρόμος που οδηγεί στο Σκιάδι και στον Κάμπο. Παλιά όλοι οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και έπρεπε να συντηρούνται.

Ο Τσαμπίκος Γκιόκας, που ο πατέρας του ήταν στρατίνος μας αφηγείται: «Οι Ιταλοί που έφτιαξαν τους δρόμους, είχαν τους στρατίνους για να τους συντηρούν. Στράτα (δρόμος), Στρατίνος ο συντηρητής του δρόμου. Έτσι απέμειναν και οι τρεις στρατίνοι. Καθημερινά είτε με τα γαϊδουράκια τους είτε με ποδήλατο, ξεκνούσαν για τη δουλειά. Τα σύνεργά τους ήταν το καρότσι, το φτυάρι, η τσάπα και ο σύρτης. Αυτοί οι άνθρωποι, με τα πενιχρά μέσα που διέθεταν, κατάφερναν να συντηρούν τους δρόμους και να μη δημιουργείται κανένα πρόβλημα. Η συντήρηση διέφερε από εποχή σε εποχή. Άλλη το καλοκαίρι και άλλη το χειμώνα. Καθάριζαν τις κουνέτες (το κοίλωμα γύρω από το δρόμο που κυλά το νερό), έριχναν χώμα στο δρόμο, καθάριζαν τα ξερά χόρτα γύρω γύρω και έκλειναν τις λακκούβες. Υ-πήρχε και ο κάπος που περνούσε κατά τακτά χρονικά διαστήματα και τους έλεγχε. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν φιλότιμοι, εργατικοί και καλοί στη δουλειά τους. Δεν υπήρχε περίπτωση ο δρόμος τους να μην είναι εντάξει. Μέχρι που υπήρχαν οι άνθρωποι αυτοί, οι δρόμοι ήταν πάντα βατοί και προσπελάσιμοι εύκολα .Όταν ένας ένας έπαιρναν σύνταξη και έφευγαν, οι δρόμοι εγκαταλείφθηκαν και άρχισαν οι γκρίνιες από τους οδηγούς».


Οι στρατίνοι ήταν: ο Θωμάς Μιχαήλ, ο Γιώργος Γκιόκας και ο Σταμάτης Σταματάκης. Σήμερα το επάγγελμα του στρατίνου δεν υπάρχει. Χάθηκε όπως χάθηκαν τόσα και τόσα πράγματα. Πότε πότε ένα γκρέιτερ περνά, στρώνει τους δρόμους που ακόμα είναι χωμάτινοι και οι διαμαρτυρίες των οδηγών συχνές. Άλλες εποχές, άλλα έθιμα και άλλες νοοτροπίες. Έτσι είναι η ζωή. Τώρα, πότε ήταν καλύτερα, τότε ή τώρα, είναι άλλη υπόθεση. Πάντως, εμείς που τα ζήσαμε αυτά, πάντα τα νοσταλγούμε.

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Στο σπίτι βραδινές ώρες στον Μεσαναγρό

 


                                                    



Στο σπίτι βραδινές ώρες

Το βράδυ ήταν η στιγμή που βρισκόταν όλη η οικογένεια στο σπίτι, τα έλεγαν, έκαναν ένα απολογισμό, προγραμμάτιζαν για την άλλη μέρα και τα παιδιά διάβαζαν. Φώτα, ηλεκτρισμός δεν υπήρχε και μια λάμπα πετρελαίου και το καντήλι, φώτιζαν το σπίτι. Τον χειμώνα κάθονταν γύρω από το τζάκι και τα καλοκαίρια στις αυλές ή στους δρόμους της γειτονιάς με τους άλλους γείτονες.

Ο πατέρας πήγαινε μερικές ώρες στο καφενείο και η μητέρα ετοίμαζε φαγητό και καθάριζε το σπίτι. Εμείς, τα παιδιά, αρχίζαμε το διάβασμα. Τότε το σχολείο ήταν σχεδόν όλη την ημέρα. 8-12 το πρωί και 3-5 το απόγευμα. Πολλές φορές, όταν δεν είχαμε βιβλία μαζευόμασταν στο σπίτι του παιδιού που είχε ή πηγαίναμε στο σπίτι του καλού μαθητή, για να λύσουμε και τα προβλήματα. Γύρω από τον σουφρά, καθισμένοι κατάχαμα και στη μέση η λάμπα πετρελαίου, για να βλέπουμε. Φανταστείτε 4-5 παιδιά να προσπαθούν να γράψουν πάνω στον σουφρά, με λίγο φως και με πένες που τις βουτούσαμε μέσα στο μελανοδοχείο, για να γράφουμε. Και να ’χεις και τον δάσκαλο, να θέλει τα γράμματα καλλιγραφικά. Πάντα υπήρχε ο αρχηγός, που συνήθως ήταν ο καλύτερος μαθητής. Είχα αυτό το προνόμιο, αλλά και την ευθύνη. Αφού γράφαμε την Αντιγραφή, Γραμματική και λύναμε τα προβλήματα, αρχίζαμε τα βοηθητικά. Πολλές φορές το βιβλίο ήταν ένα και έπρεπε να διαβάζει ο ένας και οι άλλοι να ακούνε. Έτσι μάθαμε γράμματα. Πόσες φορές δε σπάσαμε το γυαλί της λάμπας και πόσες φορές δεν έπεσε η «Αγία ράβδος», όπως έλεγαν οι μεγάλοι.

Μετά το φαγητό καθισμένοι γύρω από το τζάκι παρακαλούσαμε τους γονείς μας, να μας πουν κανένα παραμύθι ή να μας διηγηθούν ιστορίες από τα παλιά. Αν υπήρχε παππούς ή γιαγιά, ακόμα καλύτερα. Ήξεραν πολλά παραμύθια ή τα έπλαθαν εκείνη τη στιγμή. Πολλές φορές, ένα παραμύθι κρατούσε ατέλειωτα βράδια, όπως ατέλειωτες ήταν και οι νύχτες του χειμώνα. Κάποτε κουρασμένοι από το μόχθο της ημέρας οι γονείς, που να έχουν κέφια για παραμύθια.