Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασχολίες κατοίκων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασχολίες κατοίκων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΠΛΥΣΙΜΟ ΤΩΝ ΡΟΥΧΩΝ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΝΑΓΡΟ

 

                                                                          



  • Το πρόβλημα του νερού στο χωριό δημιουργούσε και άλλα προβλήματα. Την εποχή εκείνη, δεν υπήρχαν πλυντήρια και το πλύσιμο των ρούχων ήταν βραχνάς για τις γυναίκες του χωριού. Λύση, όμως, βρισκόταν, όπως λύνονται και όλα τα προβλήματα. Επειδή μέσα στο χωριό δεν υπήρχε πολύ νερό, οι νοικοκυρές έπλυναν τα ρούχα στις πηγές έξω από το χωριό. Μπη, Πλακιά αλλά και σε ποτά-μια που είχαν το καλοκαίρι νερό ή σε κηπούλια, όπως μου έλεγε η συγχωρεμένη μάνα μου Ειρήνη Καραγιάννη.
  • Πήγαινε, λοιπόν, η νοικοκυρά εφοδιασμένη με την κοφίνα, το πράσινο σαπούνι, στάχτη από το τζάκι και τον κόπανο. Τα ρούχα χωρίζονταν σε δυο κατηγορίες. Στα ρούχα που φορούσε η οικογένεια και στα πιο βαριά κουβέρτες, παπλώματα και τρίχενες κουβέρτες. Τα καθημερινά ρούχα τα έβαζε μέσα στην κοφίνα. Πάνω πάνω έβαζε το ανθοπάνι και μέσα σε αυτό τη στάχτη που έμενε από το κάψιμο των ξύλων στο τζάκι. Χόχλαζε, έβραζε νερό και μέσα στο νερό, έβαζε μυρτιές, λεμονιές και λίγη αλεσφακιά για να μυρίζουν τα ρούχα. Το ζεστό νερό το έριχνε μέσα στην κοφίνα και αυτό διαπερνούσε όλα τα ρούχα που είχε μέσα. Την ώρα εκείνη η μητέρα έλεγε δυνατά: «Να η άσπρη προυατάρα» (πρόβατο) και μεις ψάχναμε να τη δούμε, αλλά δε τη βλέπαμε. Το έλεγε για να ασπρίσουν τα ρούχα, όπως το άσπρο χρώμα του προβάτου. Μετά από λίγη ώρα έβγαζε τα ρούχα από την κοφίνα, τα έπλενε με πράσινο σαπούνι που υπήρχε την εποχή εκείνη και τα άπλωνε πάνω στα κλαδιά των θάμνων που υπήρχαν γύρω.

  • Απέφευγαν τα πράσινα μέρη, για να μην ξεβάψουν. Την άλλη μέρα, αφού στέ-
  • γνωναν, τα μάζευαν και τα έπαιρναν σπίτι πεντακάθαρα και κάτασπρα.
  • Στα πιο βαριά, κουβέρτες, τρίχενες, χρησιμοποιούσαν άλλη μέθοδο. Τα έβα-
  • ζαν μέσα στο νερό να μουσκέψουν, τα έπλεναν με πράσινο σαπούνι και τα χτυ-
  • πούσαν με τον κόπανο πολλές φορές. Μετά τα άπλωναν για να στεγνώσουν.
  • Πολλές φορές, ιδίως στον πόλεμο που δεν υπήρχε σαπούνι, χρησιμοποιού-
  • σαν τις μύτες, κορυφές του σχίνου, σαν σαπούνι. Άλλες εποχές, άλλοι τρόποι
  • αντιμετώπισης προβλημάτων! Πάντως, όσο και αν μας φαίνεται παράξενο, οι
  • άνθρωποι αυτοί πάντα ήταν καθαροί, φορούσαν ρούχα που άστραφταν και μύ-
  • ριζαν μυρτιά και λεμονιά.
  • Σήμερα όλα αυτά φαντάζουν σαν μύθος, σαν κάτι το άπιαστο, σαν κάτι το
  • ακατόρθωτο. Εμείς που τα ζήσαμε, τα επιβεβαιώνουμε και τα γράφουμε για να
  • τα γνωρίσουν οι νεότεροι και να κάνουν συγκρίσεις και ίσως, για να πάρουν και κάποια μαθήματα.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΟΙ ΚΑΦΕΤΖΗΔΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΑΝΑΓΡΟΥ

 


                                                                       




    Το χωριό παλιά είχε πολλά καφενεία, γιατί και οι κάτοικοι ήταν αρκετοί. Η Λέσχη, το καφενείο του Στεφανή, του Αρνίτταλη, του Διάκου και κάποια άλλα. Ειδικά από τη Λέσχη, που ήταν της εκκλησίας, πέρασαν πολλοί. Μη φανταστεί-τε μεγάλα κτήρια, όπως σήμερα. Ήταν απλά, τα περισσότερα στενόχωρα με λίγες καρέκλες και τραπέζια.

Ο καθένας προσπαθούσε να έχει τους περισσότερους πελάτες. Πολλές φορές, στην «άγρα πελατών», έπαιζε ρόλο η συγγένεια και σε έντονες πολιτικές διενέΞεις, το τι υποστήριζε ο κάθε καφετζής. Σέρβιραν καφέ, τσάι, κακάο, ούζο, κρασί και κάποια μεζεδάκια. Υπήρχε και ο μαυροπίνακας για τα χρέη. Ήταν ένας πίνακας σε κοινή θέα και εκεί ο καφετζής έγραφε τα χρέη όσων δεν πλήρωναν μετρητοίς. Με μια κιμωλία σημείωναν «κόκκες», γραμμές και το όνομα του οφειλέτη. Πολλές φορές οι «κόκκες» δεν αντιπροσώπευαν το πραγματικό χρέος. Οι αθεόφοβοι, έβαζαν «κόκκες» κατά το δοκούν. Έτσι, όλο το χωριό ήξερε ποιος έχει χρέη στο καφενείο.

Τις γιορτές των Χριστουγέννων ανθούσε η πόκα. Έπαιζαν αρκετά χρήματα και πολλοί κοιμόντουσαν «κούπα», όπως έλεγαν για τους χαμένους. Πολλές φορές το παιχνίδι κρατούσε μέρα νύχτα και όποιος άντεχε. Κάθε καφετζής είχε το δικό του, για να παίρνει «το βιδάνιο». Είχαν ένα ποτήρι και κάθε τόσο έριχνε μέσα χρήματα από το τραπέζι. Τελικά, ο μόνος κερδισμένος πολλές φορές ήταν ο καφετζής. Κατά τις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, έφτιαχναν «την πασταχιούτα», μακαρονάδα, για να φάνε οι παίκτες και όσοι παρακολουθούσαν. Δεν υπήρχε ωραιότερη μακαρονάδα από αυτήν. Ο γράφων τη γεύθηκε και ξέρει.

Υπήρξαν καφετζήδες και καφετζήδες. Καθαροί, ευγενικοί, βαριεστημένοι και ζόρικοι. Πολλοί έγιναν καφετζήδες σε μεγάλοι ηλικία και καταλαβαίνετε… Πρωί πρωί ζητούσες καφέ και ο καφετζής έλεγε: – Πρωί πρωί όλοι θέλετε κα-φέ! Πιέτε και καμιά πορτοκαλάδα…

Όταν δεν υπήρχαν τα φώτα, υπήρχαν οι λάμπες, τα λουξ και πολλές φορές, όταν σπούσε ο αμίαντος, καληνύχτα. Το καφενείο έκλεινε!


Μιλήσαμε για τους καφετζήδες, αλλά κάθε τόσο και μια καινούρια ιστορία ξανάρχεται στο μυαλό ή κάποιος χωριανός μας διηγείται. Τα καφενεία αρκετά και αν κάποιος είχε ένα κτήριο, βαπτιζόταν καφενείο.

Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι τουρίστες στο χωριό, οι καφετζήδες δεν ήξεραν ξένες γλώσσες και η συνεννόηση γινόταν με πολλούς τρόπους. Ότι και να πούμε, η φιλοξενία των Μεσαναγρενών είναι και ήταν απαράμιλλη. Ευγενικοί, πρόσχαροι, καθαροί, προσπαθούσαν να ευχαριστήσουν τους ξένους. Και μη βάλετε στο νου σας να ήθελαν να τους εκμεταλλευτούν. Ήρθαν, λοιπόν, στη Λέσχη οι ξένοι και Έλληνες μαζί και ζήτησαν να τους φτιάξει ο καφετζής κάτι για να τσιμπήσουν. Ο καφετζής τους είπε ότι μπορεί να φτιάξει τηγανητές πατά-τες, αυγά ομελέτα, σαλάτα και είχε έτοιμα και κηπευτικά. Ήρθαν οι παραγγελίες και οι ξένοι γεύθηκαν όλα τα παραπάνω που ήταν φρέσκα φρέσκα, παραγωγής του ίδιου του καφετζή. Όταν ήρθε ή ώρα να φύγουν, ζήτησαν τον λογαριασμό. Ο καφετζής με την απλότητα που τον διέκρινε και για να ευχαριστήσει τους ξένους τους είπε: «Παιδιά μου, ακούστε. Οι ντομάτες είναι δικής μου παραγωγής, οι πατάτες δικές μας, τα αυγά το ίδιο, πληρώστε μου μόνο τη λεμονάδα».

Ο καφετζής ήταν ένα προσοδοφόρο επάγγελμα την εποχή εκείνη. Κόσμος υπήρχε στο χωριό, άρα και αρκετά καφενεία. Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να είναι περιποιητικοί, διέθεταν χιούμορ και ήταν καταφερτζήδες. Ας διηγηθούμε δύο όμορφα περιστατικά της εποχής εκείνης…

Τα χρήματα λίγα και πολλές φορές, ακόμα και ο καφές δινόταν βερεσέ. Είχαν, λοιπόν, έναν πίνακα σε περίοπτη θέση του καφενείου και εκεί έγραφαν τα ονόματα όσων χρωστούσαν και δίπλα έβαλαν τις γνωστές «κόκκες», για να φαίνεται πόσα χρωστάνε. Μέτρο απάνθρωπο, αλλά οι χωριανοί το δεχόντουσαν ασυζητητί. Μια μέρα ένας χωριανός δεν πήγε στο καφενείο, γιατί έτυχε να γυρίσει αργά απ’ το χωράφι. Πηγαίνοντας την άλλη μέρα να πιει καφέ, κοίταξε τον πίνακα και αντί να δει 5 κόκκες, είδε 6.

- Γιατί 6 καφέδες κυρ Κώστα μου; Χτες εγώ δεν ήρθα στο καφενείο.

- Σου ’πα ’γω να μην έρθεις; Εγώ σε χρέωσα. Κόκκαλο ο πελάτης!

Την εποχή εκείνη υπήρχαν πολλά καταστήματα στο χωριό. Μπακάλικα, κουρεία, καφενεία, ραφτάδικα και παπουτσίδικα. Μη φανταστείτε ότι οι άνθρωποι είχαν σαν κύρια απασχόληση τα παραπάνω επαγγέλματα. Ασκούσαν το επάγγελμά τους συνήθως μετά τις γεωργικές τους ενασχολήσεις. Μετά τη δου-λειά, άνοιγαν και εξυπηρετούσαν τους κατοίκους.

Καταστήματα της εποχής: Εμποροραφείο, Μαυρουδής Αθανασάς. Καφενεία, Στέφ. Βατενός, Εμμ. Διακάκης, Χαρ. Λάμπρου, Μαν. Αρνίτταλης. Παντοπω-λεία, Μόδ. Αθανασάς, Στ. Μάνης, Ανάργ. Μπίλλης, Ματθ. Σταματάκης, Μ. Στεφανάρας, Βασιλάς Μανωλάς, Στ. Ιωαννίδης και Τριαντ. Γεωργιάδης.

Η Λέσχη, όταν αργότερα έγινε Καφενείο, έβγαινε σε δημοπρασία και όποιος κτυπούσε και έβαζε περισσότερα χρήματα τη λειτουργούσε. Καφετζήδες από τη Λέσχη πέρασαν πολλοί: ο Μ. Μιχαήλ, ο Α. Γιωργάς, ο Μ. Σαματακής, ο Εμμ. Πιλληρής, ο Μ. Πιζήμολας και ο Τσ. Καραγιάννης.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

ΑΛΩΝΙΣΜΟΣ

 

                                                                         


Όταν τέλειωνε το θέρος και τα στάχυα έφταναν στο αλώνι ,άρχιζε ένας άλλος αγώνας., το αλώνισμα. Κάθε οικογένεια είχε το αλώνι της κοντά στο χωριό. Όλα τα αλώνια ήταν στρογγυλά και το ένα κοντά στο άλλο. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν αλωνιστικές μηχανές και το αλώνισμα γινόταν με τα ζώα.

Από πολύ νωρίς όλη η οικογένεια ήταν στο αλώνι. ΄Εβαζαν τα ζώα το ένα δίπλα στο άλλο και πάντα τα οδηγούσε κάποιος .΄Εριχναν τα στάχυα στο αλώνι και ο αγώνας άρχιζε. Πόσους γύρους έκαναν τα ζώα και οι άνθρωποι γύρω γύρω στο αλώνι, δεν μπορούσα να φανταστώ. Στους μικρούς αυτό φαινόταν και παιχνίδι. Με ένα μικρό διάλειμμα αυτό συνεχιζόταν μέχρι να βασιλέψει ο ήλιος. Τα στάχυα με το πάτημα των ζώων έλιωναν και φαινόταν το σιτάρι. Τά μάζευαν στις άκρες και έριχναν άλλα στάχυα και αυτό γινόταν συνέχεια.

Συνήθως ο πατέρας κρατώντας το τιριάχτυλο (εργαλείο γεωργικό) , όταν φυσούσε αέρας ,σήκωνε ψηλά τα άχυρα να τα πάρει ο αέρας και να μείνει το στάρι. Το σιτάρι έμπαινε στα σακιά ,φορτώνονταν στα ζώα και μεταφέρονταν στα σπίτια. Από εκεί έμπαινε στις πάγκες που αποθηκευόταν. ΄Εβλεπες καθημερινά ένα ολόκληρο χωριό να βρίσκεται στα αλώνια, να παλεύει , να συναγωνίζεται και να το χαίρεται. ΄Οποιος τελείωνε νωρίτερα βοηθούσε και τους συγγενείς.

Το άχυρο έπρεπε να μεταφερθεί στις αποθήκες ,στα κελάρια, για τα ζώα. Η μητέρα ήταν στο αλώνι και γέμιζε τις σάκες με άχυρο ,τις φόρτωνε στο γαϊδουράκι και τα παιδιά οδηγώντας το ζώο έφταναν στο κελάρι. Εκεί περίμενε ο πατέρας .Ξεφόρτωνε τις σάκες και τις ανέβαζε στο δώμα της αποθήκης. Στο δώμα υπήρχε μια τρύπα που από εκεί έριχνε το άχυρο μέσα. μείς τα παιδιά πέφταμε μέσα στη αποθήκη από την τρύπα και πατούσαμε το άχυρο για να κάτσει. ΄Ηταν από τα πιο αγαπημένα μας παιχνίδια.

Αργότερα ήρθαν οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές που απάλλαξαν τους γεωργούς από τα δύσκολα και ο γεωργός έπαιρνε το σιτάρι έτοιμο μέσα στο χωράφι. Αυτό όμως χάλασε την αλληλεγγύη , την ομαδικότητα ,την παράδοση.

Σήμερα πάνε όλα αυτά. Οι γεωργοί παίρνουν επιδοτήσεις για να μη σπέρνουν, τα χωράφια χερσεύουν ,τα αλώνια έγιναν οικόπεδα και χτίζονται σπίτια και εγώ να αναπολώ όλα αυτά και ο εγγονός μου να μην πιστεύει ότι κάποτε γινόντουσαν . ΄Ετσι είναι η ζωή. Είναι αυτό πρόοδος ,είναι καλύτερες μέρες ,πιστέψτε με δεν μπορώ να το καταλάβω…





Σάββατο 9 Μαΐου 2026

ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΝΟΙ

 


                                                                 



Αν και το χωριό είναι ορεινό, έχει πολλές προσβάσεις με τα γύρω χωριά. Συνδέεται με τη Λαχανιά, την Κατταβιά και την Αρνίθα. Σήμερα, ο δρόμος με τη Λαχανιά είναι άσφαλτος καθώς και ο δρόμος που οδηγεί στο Σκιάδι και στον Κάμπο. Παλιά όλοι οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και έπρεπε να συντηρούνται.

Ο Τσαμπίκος Γκιόκας, που ο πατέρας του ήταν στρατίνος μας αφηγείται: «Οι Ιταλοί που έφτιαξαν τους δρόμους, είχαν τους στρατίνους για να τους συντηρούν. Στράτα (δρόμος), Στρατίνος ο συντηρητής του δρόμου. Έτσι απέμειναν και οι τρεις στρατίνοι. Καθημερινά είτε με τα γαϊδουράκια τους είτε με ποδήλατο, ξεκνούσαν για τη δουλειά. Τα σύνεργά τους ήταν το καρότσι, το φτυάρι, η τσάπα και ο σύρτης. Αυτοί οι άνθρωποι, με τα πενιχρά μέσα που διέθεταν, κατάφερναν να συντηρούν τους δρόμους και να μη δημιουργείται κανένα πρόβλημα. Η συντήρηση διέφερε από εποχή σε εποχή. Άλλη το καλοκαίρι και άλλη το χειμώνα. Καθάριζαν τις κουνέτες (το κοίλωμα γύρω από το δρόμο που κυλά το νερό), έριχναν χώμα στο δρόμο, καθάριζαν τα ξερά χόρτα γύρω γύρω και έκλειναν τις λακκούβες. Υ-πήρχε και ο κάπος που περνούσε κατά τακτά χρονικά διαστήματα και τους έλεγχε. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν φιλότιμοι, εργατικοί και καλοί στη δουλειά τους. Δεν υπήρχε περίπτωση ο δρόμος τους να μην είναι εντάξει. Μέχρι που υπήρχαν οι άνθρωποι αυτοί, οι δρόμοι ήταν πάντα βατοί και προσπελάσιμοι εύκολα .Όταν ένας ένας έπαιρναν σύνταξη και έφευγαν, οι δρόμοι εγκαταλείφθηκαν και άρχισαν οι γκρίνιες από τους οδηγούς».


Οι στρατίνοι ήταν: ο Θωμάς Μιχαήλ, ο Γιώργος Γκιόκας και ο Σταμάτης Σταματάκης. Σήμερα το επάγγελμα του στρατίνου δεν υπάρχει. Χάθηκε όπως χάθηκαν τόσα και τόσα πράγματα. Πότε πότε ένα γκρέιτερ περνά, στρώνει τους δρόμους που ακόμα είναι χωμάτινοι και οι διαμαρτυρίες των οδηγών συχνές. Άλλες εποχές, άλλα έθιμα και άλλες νοοτροπίες. Έτσι είναι η ζωή. Τώρα, πότε ήταν καλύτερα, τότε ή τώρα, είναι άλλη υπόθεση. Πάντως, εμείς που τα ζήσαμε αυτά, πάντα τα νοσταλγούμε.

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

ΤΑ ΚΗΠΟΥΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΝΑΓΡΟ

 


                                                                                              


Τα κηπούλια στον Μεσαναγρό είναι οι κήποι. Οι άνθρωποι ήταν φτωχοί, το νερό λίγο και τα προς το ζην δύσκολα. Όπου υπήρχε νερό τρεχούμενο, πηγές ή πηγάδια, έφτιαχναν και ένα κηπούλι. Το περιτριγύριζαν, το καλλιεργούσαν και φύτευαν τα κηπευτικά τους. Κηπούλια υπήρχαν στις Αυτολές, στον Άσσαλο, στις Εβγάλες, στη Σκάλα, στην Μπη, στα Πλακιά και στον Περνό. Οι τοποθεσί ες αυτές είχαν άλλες πολύ και άλλες λιγότερο νερό. Σήμερα οι περισσότερες έχουν στεγνώσει από την ξηρασία. Όπως σε πολλά πράγματα υπήρχαν κανόνες, έτσι και εδώ υπήρχαν και μάλιστα αυστηροί. Όλοι όσοι είχαν κηπούλια τα «έβρισκαν» και όριζαν τις ώρες που θα πότιζε ο καθένας. Πολλές φορές, πότιζαν και όλο το εικοσιτετράωρο, για να προλάβουν να ποτίσουν όλοι. Οι κάτοικοι του χωριού ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Έκαναν, όμως, τα πάντα για να επιβιώσουν. Ευτυχώς τα χρόνια εκείνα υπήρχαν πολλές πηγές και οι χωριανοί έφτιαχνα τα κηπούλια τους. Μη φανταστείτε μεγάλες εκτάσεις. Ήταν κομματσούλια, όπως έλεγαν. Υπήρχαν, λοιπόν, πολλά κηπούλια σε διάφορες περιοχές. Στις περιοχές αυτές, όποιος είχε γη ήταν τυχερός. Σε κάποιες περιοχές, όπως οι Αυτολές, κάθε κηπούλι είχε το δικό του νερό και ήταν προνομιούχα. Πότιζες όποτε ήθελες, εν αντιθέσει με τα άλλα που υπήρχε σειρά, που καθοριζόταν από τον Πρόεδρο του χωριού. Από τα κηπούλια αυτά οι χωριανοί έβγαζαν όλα τα λαχανικά τους, που αρκούσαν να θρέψουν την πολυμελή οικογένεια. Και τι δεν έβγαζαν; Όλοι σέβονταν τον κόπο των άλλων, σέβονταν τη σειρά ποτίσματος και σπάνια υπήρχαν προβλήματα. Τα προϊόντα λίγα, γιατί και η έκταση λίγη, αλλά χρήσιμα και με αυτά έτρεφαν την οικογένεια. Εκείνα τα κηπευτικά ήταν τα πιο νόστιμα του κόσμου. Θέλεις τα αγνά υλικά που χρησιμοποιούσαν, κοπριά, αψέκαστα, θέλεις το μεράκι του καθενός, τα έκαναν ξεχωριστά. Όταν ο πατέρας γύριζε το καλοκαίρι με γεμάτο το σακούλι, το σπίτι μύριζε από τις ξεχωριστές μυρουδιές των κηπευτικών. Στα καφενεία, μικροί εμείς, ακούγαμε κάποιους να διηγούνται ότι τη νύχτα που πότιζαν, ιδίως στις Εβγάλες, το Αλάι (ανεράδες), ξεσήκωναν τον κόσμο από το θόρυβο που έκαναν. Σαν να χαλούσαν τοίχοι. Η φαντασία μας οργίαζε και θέλαμε να μάθουμε περισσότερα ρωτώντας τους μεγαλύτερους. Η πιο δύσκολη περιοχή ήταν της Σκάλας. Εκεί τα κηπούλια βρίσκονταν σχεδόν μέσα στον ποταμό. Είναι ακριβώς κάτω από το γνωστό καταρράκτη του Α γίου Θωμά. Θυμάμαι πολλές φορές το χειμώνα, την έγνοια των κατοίκων που είχαν κηπούλια εκεί, όταν έβρεχε πολύ. «Έκανε αφάτι και πήρε τα κηπούλια έλεγαν». Η δύναμη και η επιμονή των ανθρώπων τα ξανάφτιαχνε, αν και ήξεραν ότι τον επόμενο χειμώνα ίσως πάλι το νερό θα τα κατάστρεφε. Σήμερα, όλα αυτά τα κηπούλια υπάρχουν, ακαλλιέργητα, τα δέντρα ξερά και οι χαβούζες άδειες από νερό. Αντέχουν στο πέρασμα του χρόνου, για να θυμίζουν στους νεότερους, πώς οι πρόγονοί τους κατόρθωναν να επιζούν κάτω από δύσκολες συνθήκες. 

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025

ΟΙ ΜΑΝΤΡΑΤΟΡΙΣΣΕΣ

 


                                                                  



Οι γυναίκες του Μεσαναγρού, όπως όλες οι γυναίκες τότε μπορώ να πω, ήταν ηρωίδες. Και τι δεν έκαναν. Σπίτι, μάντρα, γεωργία. Οι δουλειές πολλές και έπρεπε να τα προλάβουν όλα. Πολλές φορές, το πρωί πήγαιναν στη μάντρα και το απόγευμα ασχολούνταν με τη γεωργία. Την εποχή του θερισμού και της σποράς, το ζευγάρι χωριζόταν στα δύο. Συνήθως, οι άντρες πήγαιναν να σπείρουν και οι γυναίκες πήγαιναν στη μάντρα. Έπρεπε να βάλουν τα μικρά να θηλάσουν, να αρμέξουν το γάλα και να φτιάξουν τα διάφορα προϊόντα. Τυρί, γριά, βούτυρο παστά, μυζήθρες και πρωτόαλη. Δίπλα από τη μάντρα υπήρχε ο στάβλος, ένα πρόχειρο κτίσμα, που εκεί γίνονταν όλα αυτά. Η πρωτόαλη ήταν το πρώτο γάλα που έπαιρναν από την κατσίκα, μετά τη γέννα. Το έβραζαν και το άφηναν να πήξει. Η γριά ήταν το καϊμάκι που γινόταν στην κορφή του γάλακτος. Το βούτυρο το έφτιαχναν ψήνοντας τη γριά. Τα παστά, είδος σκληρού τυριού, τα έφτιαχναν βράζοντας το γάλα και βάζοντας πυτιά. Η Μυζήθρα και το τυρί ήταν τα πιο συνηθισμένα. Χρησιμοποιούσαν πυτιά, για το πήξιμο και τα τοποθετούσαν στο τυρικό, για να στεγνώσουν. Ο αξύαλος ήταν ξινισμένο γάλα, που το χρησιμοποιούσαν για το φτιάξιμο του τραχανά. Από όλα αυτά, η μεγάλη μου αδυναμία, ήταν τα παστά. Σε κάθε σπίτι υπήρχε κρεμασμένη η καλαμωτή που τοποθετούσαν τα διάφορα προϊόντα και τα παστά. Πόσες φορές δεν έβαζα την καρέκλα για να φτάσω και να κόψω ένα κομμάτι παστό… Όλα αυτά υπήρχαν στα σπίτια των βοσκών, που τα διατηρούσαν όλο το χρόνο, για να ζει η οικογένεια. Μετά από όλες αυτές τις δουλειές στη μάντρα, η μαντρατόρισσα, κατά το μεσημέρι έφευγε καθισμένη στο γαϊδουράκι, για να πάει να βοηθήσει στη σπο- ρά ή στο θερισμό. Και το βράδυ γυρίζοντας σπίτι, έπρεπε να κοιτάξει και το νοικοκυριό. Να ανάψει φωτιά, να μαγειρέψει, να καθαρίσει. Πού καιρός για ξεκούραση; 231 Άλλες εποχές, άλλα χρόνια. Θαυμάζω όλες αυτές τις γιαγιάδες που έζησαν μέχρι τα βαθιά γεράματα και σκέφτομαι πώς έγινε αυτό, μετά τα όσα είχαν περάσει. Μήπως σε κάποια από όλα αυτά κρύβεται το μυστικό της μακροζωίας;

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

ΤΑ ΚΗΠΟΥΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΝΑΓΡΟ

 


                                                                                       


Τα κηπούλια στον Μεσαναγρό είναι οι κήποι. Οι άνθρωποι ήταν φτωχοί, το νερό λίγο και τα προς το ζην δύσκολα. Όπου υπήρχε νερό τρεχούμενο, πηγές ή πηγάδια, έφτιαχναν και ένα κηπούλι. Το περιτριγύριζαν, το καλλιεργούσαν και φύτευαν τα κηπευτικά τους. Κηπούλια υπήρχαν στις Αυτολές, στον Άσσαλο, στις Εβγάλες, στη Σκάλα, στην Μπη, στα Πλακιά και στον Περνό. Οι τοποθεσίες αυτές είχαν άλλες πολύ και άλλες λιγότερο νερό. Σήμερα οι περισσότερες έχουν στεγνώσει από την ξηρασία. Όπως σε πολλά πράγματα υπήρχαν κανόνες, έτσι και εδώ υπήρχαν και μάλιστα αυστηροί. Όλοι όσοι είχαν κηπούλια τα «έβρισκαν» και όριζαν τις ώρες που θα πότιζε ο καθένας. Πολλές φορές, πότιζαν και όλο το εικοσιτετράωρο, για να προλάβουν να ποτίσουν όλοι. Οι κάτοικοι του χωριού ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Έκαναν, όμως, τα πάντα για να επιβιώσουν. Ευτυχώς τα χρόνια εκείνα υπήρχαν πολλές πηγές και οι χωριανοί έφτιαχνα τα κηπούλια τους. Μη φανταστείτε μεγάλες εκτάσεις. Ήταν κομματσούλια, όπως έλεγαν. Υπήρχαν, λοιπόν, πολλά κηπούλια σε διάφορες περιοχές. Στις περιοχές αυτές, όποιος είχε γη ήταν τυχερός. Σε κάποιες περιοχές, όπως οι Αυτολές, κάθε κηπούλι είχε το δικό του νερό και ήταν προνομιούχα. Πότιζες όποτε ήθελες, εν αντιθέσει με τα άλλα που υπήρχε σειρά, που καθοριζόταν από τον Πρόεδρο του χωριού. Από τα κηπούλια αυτά οι χωριανοί έβγαζαν όλα τα λαχανικά τους, που αρκούσαν να θρέψουν την πολυμελή οικογένεια. Και τι δεν έβγαζαν; Όλοι σέβονταν τον κόπο των άλλων, σέβονταν τη σειρά ποτίσματος και σπάνια υπήρχαν προβλήματα. Τα προϊόντα λίγα, γιατί και η έκταση λίγη, αλλά χρήσιμα και με αυτά έτρεφαν την οικογένεια. Εκείνα τα κηπευτικά ήταν τα πιο νόστιμα του κόσμου. Θέλεις τα αγνά υλικά που χρησιμοποιούσαν, κοπριά, αψέκαστα, θέλεις το μεράκι του καθενός, τα έκαναν ξεχωριστά. Όταν ο πατέρας γύριζε το καλοκαίρι με γεμάτο το σακούλι, το σπίτι μύριζε από τις ξεχωριστές μυρουδιές των κηπευτικών. Στα καφενεία, μικροί εμείς, ακούγαμε κάποιους να διηγούνται ότι τη νύχτα που πότιζαν, ιδίως στις Εβγάλες, το Αλάι (ανεράδες), ξεσήκωναν τον κόσμο από το θόρυβο που έκαναν. Σαν να χαλούσαν τοίχοι. Η φαντασία μας οργίαζε και θέλαμε να μάθουμε περισσότερα ρωτώντας τους μεγαλύτερους. Η πιο δύσκολη περιοχή ήταν της Σκάλας. Εκεί τα κηπούλια βρίσκονταν σχεδόν μέσα στον ποταμό. Είναι ακριβώς κάτω από το γνωστό καταρράκτη του Αγίου Θωμά. Θυμάμαι πολλές φορές το χειμώνα, την έγνοια των κατοίκων που είχαν κηπούλια εκεί, όταν έβρεχε πολύ. «Έκανε αφάτι και πήρε τα κηπούλια έλεγαν». Η δύναμη και η επιμονή των ανθρώπων τα ξανάφτιαχνε, αν και ήξεραν ότι τον επόμενο χειμώνα ίσως πάλι το νερό θα τα κατάστρεφε. Σήμερα, όλα αυτά τα κηπούλια υπάρχουν, ακαλλιέργητα, τα δέντρα ξερά και οι χαβούζες άδειες από νερό. Αντέχουν στο πέρασμα του χρόνου, για να θυμίζουν στους νεότερους, πώς οι πρόγονοί τους κατόρθωναν να επιζούν κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2023

Η ΣΠΟΡΑ

Η ΣΠΟΡΑ Βδομάδες ολόκληρες ζευγάριζαν τα χωράφια με τα ζώα ,για να τα σπείρουν. Κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστο δύο ζώα .Συνήθως ήταν γαϊδουράκια, μουλάρια ή αγελάδες. Πρωί πρωί τα ζώα φορτωμένα τη σπορά ,τα αλέτρια και πάνω στο σαμάρι οι νοικοκυραίοι, έφευγαν για τα χωράφια. Ολόκληρες περιοχές έπαιρναν ζωή από τις φωνές των γεωργών και των ζώων. ΄Εβλεπες τα ζώα κάτω από το ζύο(ζυγό) ,να σέρνουν το αλέτρι και το υνί να σχίζει τη γη και να σκεπάζει το ευλογημένο σιτάρι. Το μεσημέρι λίγη ξεκούραση και η δουλειά συνεχιζόταν ως το βράδυ. ΄Ολοι βοηθούσαν μικροί και μεγάλοι. ΄Αλλοι κουβαλούσαν τους σπόρους, άλλοι ζευγάριζαν και άλλοι βοηθούσαν τους ζευγάδες να ξεκουραστούν. Παντού ακούγονταν οι φωνές των ζευγάδων ,που παρότρυναν τα ζώα τους, Πολλές φορές η βροχή σταματούσε το σπάρσιμο ,το χώμα λάσπωνε και όλοι γινόντουσαν «πλημμάρι» ,μούσκεμα. Όταν βροντούσε από την Κάρπαθο ,σίγουρα θα έβρεχε και μάλιστα έλεγαν. « Κάτω στην Κάρπαθο βροντά , ξεζεύλωνε βρε κερατά». Δηλαδή , βγάλε τα ζώα από το ζυγό και φεύγα για το χωριό. Το βραδάκι ένα κομβόι από ζώα ,ανθρώπους γύρναγε στο χωριό. Λίγη κουβέντα με τους διπλανούς για τη δουλειά ,για το αύριο. ‘ Ολοι βιάζονταν να γυρίσουν σπίτι και να απολαύσουν λίγο ζεστό φαγητό και τη θαλπωρή του τζακιού . Γύρω από το τζάκι καθισμένη όλη η οικογένεια ,με τον παππού να διηγείται τα παραμύθια του και τα παιδιά να ρουφούν τα όμορφα λόγια του. Αξέχαστες εποχές…

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2023

TO MAZEMA ΤΩΝ ΕΛΙΩΝ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ

TO MAZEMA ΤΩΝ ΕΛΙΩΝ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ Μπορεί σε όλα τα προηγούμενα γεγονότα ,γάμο, κτίσιμο σπιτιών κλπ. η συμμετοχή να μην ήταν καθολική κάποτε ,για διάφορους λόγους , η συμμετοχή όμως σε θέματα εκκλησιαστικά ,έφτανε στο ανώτατο σημείο. Θέλεις ο σεβασμός στη θρησκεία ,θέλεις ο φόβος ,έφερνε το ανώτατο ποσοτό συμμετοχής. Σε κτίσιμο Μοναστηριών ,Εκκλησιών και εργασιών που αφορούσε την εκκλησία έπαιρναν μέρος ,άντρες, γυναίκες και παιδιά. Όταν γιόρταζε ο Πολιούχος του χωριού ο Ταξιάρχης, την προηγούμενη Κυριακή μετά την εκκλησία ,χτυπούσε η καμπάνα και όλες οι γυναίκες του χωριού πήγαιναν να καθαρίσουν την εκκλησία. Ακόμα και τα παιδιά βοηθούσαν . Εκείνο που ήταν εντυπωσιακό ήταν το μάζεμα των ελιών του Ταξιάρχη. Κάθε οικογένεια που είχε κάποιο πρόβλημα, έκανε τάμα στον Ταξιάρχη ελιές. Γι αυτό και σήμερα στους ελαιώνες ,σε κάθε χωράφι ,υπάρχει και ελιά του Ταξιάρχη. Όταν λοιπόν ερχόταν η εποχή που μάζευαν τις ελιές ,οι καθημερινές ήταν για το μάζεμα των ελιών των νοικοκυραίων και οι Κυριακές για τον Ταξιάρχη. Μόλις τέλειωνε η εκκλησία άντρες ,γυναίκες και παιδιά έφευγαν για τους ελαιώνες ,χωρισμένοι σε ομάδες από την εκκλησιαστική επιτροπή. Οι άντρες κρατούσαν τις «τέγκλες», τα ξύλα που χτυπούσαν τις ελιές, οι γυναίκες τα καλάθια και τα παιδιά οδηγούσαν τα ζώα φορτωμένα με τις ελιές στο ελαιοτριβείο. Υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός ποια ομάδα θα μαζέψει τις περισσότερες ελιές και ποια ομάδα θα χτυπούσε πρώτη την καμπάνα. Το έθιμο έλεγε ότι όποια ομάδα μαζέψει το πρώτο «γομάρι» ,φορτίο ελιές και το πάρει πρώτη στο ελαιοτριβείο ,θα χτυπούσε και την καμπάνα που ήταν δίπλα. Φαντάζεστε τον ανταγωνισμό που γινόταν και τι δικαιολογίες έβρισκαν οι ομάδες που δεν τα κατάφερναν. ..Δεν είχαν πάνω πολλές ελιές στην περιοχή που μαζεύαμε, δεν έγινα καλός χωρισμός σε ομάδες από την επιτροπή και οτιδήποτε άλλο. Το βραδάκι κουρασμένοι αλλά πάντα με κέφι γύριζαν στο χωριό ,πειράζοντας ο ένας τον άλλο , κάνοντας τον απολογισμό της ημέρας και προσμένοντας την επόμενη Κυριακή .

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2023

ΤΟ ΜΑΖΕΜΑ ΤΩΝ ΕΛΙΩΝ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΝΑΓΡΟ (ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΟ ΜΟΥ -ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ,Ο ΜΕΣΑΝΑΓΡΟΣ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ)

Τρύγος, θέρος, πόλεμος», λέει ο λαός, γιατί πράγματι και στον τρύγο αλλά και στο θέρος κινητοποιούνται οι πάντες. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε στην παραπάνω σοφή έκφραση και το μάζεμα των ελιών. Τις μέρες του ελαιομαζέματος, ο Μεσαναγρός ζει μέρες «πολέμου». Όλο το χωριό ασχολείται με το μάζεμα των ελιών. Το χωριό έχει γεμίσει από κόσμο, ο οποίος κάθε πρωί ξεχύνεται στους ελαιώνες. Όλοι, μέρες τώρα, είχαν ετοιμαστεί. Όλα τα σύνεργα είναι έτοιμα. Τέγκλες, σακιά, χτένια, τα πάντα. Δυστυχώς και στο μάζεμα των ελιών, ο πολιτισμός, έβαλε το χεράκι του. Έτσι, οι παραγωγοί χωρίζονται σε δύο ομάδες. Σε αυτούς που έχουν γεννήτριες και το μάζεμα γίνεται πιο γρήγορα, εύκολα και μαζεύονται περισσότερες ελιές και σε αυτούς που επιμένουν παραδοσιακά, με όπλο την τέγκλα και τα χτένια. Οι Εβγάλες, σε καθημερινή βάση γεμίζουν από κόσμο και οι φωνές, ο θόρυβος των μηχανημάτων, ταράζει την ήρεμη ατμόσφαιρα. Πρωί πρωί, ξεκινάνε όλοι για το μάζεμα και η επιστροφή γίνεται αργά το απόγευμα. Κάθε χρόνο όλο και κάποιος βιαστικός ξεκινάει πρώτος, για να χυθούν και οι υπόλοιποι στον κάμπο. Το βράδυ στο καφενείο αρχίζουν τα πειράγματα. Πόσα σακιά μάζεψες εσύ, αν πέφτουν οι ελιές εύκολα και γενικά, πώς πέρασε ημέρα. Η κούραση διακρίνεται στα πρόσωπα όλων, αλλά η χαρά και η ελπίδα για καλή σοδειά, γεμίζει αισιοδοξία. Μετά από λίγες ημέρες και αφού μαζευτεί αρκετός καρπός, όλοι κατευθύνονται προς τα ελαιοτριβεία. Μονόλιθος, Αρχάγγελος και Κοσκινού, οι πιο γνώριμοι προορισμοί. Η επιστροφή γίνεται πιο ευχάριστη, όταν οι κόποι για το μάζεμα, με το γυρισμό από το ελαιοτριβείο, έχει καλή απόδοση. Τότε ένα χαμόγελο ικανοποίησης απλώνεται στο πρόσωπο και μια σκέψη περνάει από το μυαλό. Δόξα τω Θεώ και φέτος, η σοδειά πήγε καλά και εξοικονομήσαμε το λάδι της χρονιά

Σάββατο 24 Ιουνίου 2023

Ο ΘΕΡΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΝΑΓΡΟ

Ο ΘΕΡΙΣΜΟΣ Όταν πλησίαζε το καλοκαίρι ,τα σημάδια για να το καταλάβεις ήταν πολλά. Τα παιδιά βγάζαμε τα παπούτσια ,περπατούσαμε ξυπόλητοι ,άρχιζαν οι καλοκαιρινές δουλειές, πλησίαζαν οι εξετάσεις και το χωριό άδειαζε. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ούτε θεριστικές μηχανές και οι αποστάσεις ήταν μεγάλες. Ολόκληρη η οικογένεια έμενε στα χωράφια. Όταν θέριζαν ένα χωράφι, πήγαιναν σε κάποιο άλλο , μέχρι να τελειώσουν το θέρος, να «ποθερίσουν ». Οι μεγάλοι θέριζαν με τα χέρια. Κρατούσαν το δρεπάνι και θέριζαν τα χρυσοκίτρινα στάχια. Οι άντρες τα έκαναν«γομάρια» και τα έδεναν με λυγαριές, «λύες». ΄Εβλεπες άντρες ,γυναίκες στη σειρά σκυφτοί από το πρωί ως το βράδυ ,να θερίζουν αδιάκοπα. Τα μεσημέρι κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, αν υπήρχε, όλη η οικογένεια απολάμβανε το φαϊ που έφτιαχνε η μητέρα. Η μητέρα είχε όλα τα σύνεργα, τσουκάλια, πιάτα ,τρόφιμα. ΄Αναβε φωτιά με ξύλα ,έφτιαχνε με πέτρες «σιεριστιά», για να καθίσει πάνω η «τσούκα» ,τσουκάλι και ταυτόχρονα μαγείρευε και θέριζε. Πιο νόστιμο φαγητό από αυτό του χωραφιού δεν υπήρχε. Θέλεις η κούραση ,θέλεις τα αγνά υλικά ,το φαγητό αυτό ήταν πεντανόστιμο. Πολλές φορές όταν η δουλειά ήταν πολλή και η μητέρα δεν προλάβαινε να μαγειρέψει ,η «σαλά»,σαλάτα αντικαθιστούσε το φαγητό. Μέσα σε μια μεγάλη γαβάθα όλοι μαζί τρώγαμε ,βουτώντας το ψωμί. Πόσες φωτιές άναβαν κατακαλόκαιρο κάθε μέρα ,δεν μπορώ να σας πω. Μπορώ να σας πω όμως ότι ποτέ δεν έπιασε φωτιά και να κινδυνέψει δάσος. ΄Ηταν για μένα πράγμα ανεξήγητο. Τα βράδια μου έχουν μείνει αξέχαστα. Δίπλα από τα στάχια και κάτω από τον έναστρο ουρανό ,όλη η οικογένεια κοιμόταν ευτυχισμένη. Ξυπνούσες και έβλεπες τα αστέρια ψηλά στον ουρανό και τον ήλιο να ανατέλλει. Τα παιδιά και αυτά δούλευαν. Θέριζαν , κουβαλούσαν νερό και έκαναν τις μεταφορές. Τα δεμάτια από το στάρι έπρεπε να μεταφερθούν στο χωριό, στα αλώνια. ΄Ηταν η εποχή που άρχιζαν και οι εξετάσεις στο Δημοτικό. Πρωί-πρωί μας φόρτωναν με δεμάτια τα ζώα ,συνήθως γαϊδουράκια και μουλάρια., καθίζαμε στη μέση και ξεκινούσαμε για το χωριό.΄ Επρεπε να πάμε να ξεφορτώσουμε τα δεμάτια, να πάμε στο σχολείο και το μεσημέρι να γυρίσουμε στο χωράφι, να μας ξαναφορτώσουν τα ζώα και το βράδυ να γυρίσουμε ξανά πίσω. Παρέες-παρέες τα παιδιά που τα χωράφια γειτόνευαν ,κάναμε όλα αυτά τα δρομολόγια. Τι κούρσες κάναμε για το ποιος θα βγει πρώτος ,δε λέγεται. Το χειρότερο πράγμα στη μεταφορά ,ήταν να γείρει από τη μια πλευρά το δεμάτι ,το ζώο να μην προχωρά και συ να προσπαθείς να το ισορροπήσεις με τις μικρές σου δυνάμεις. Αν δεν τα κατάφερνες ,έλυνες τα σκοινιά και άφηνες τα δεμάτια για να έρθουν οι μεγάλοι. Το τι κόλπα κάναμε για να φτάσει το φορτίο δε λέγεται. Μας έμαθαν να βάζουμε πέτρες στο αντίθετα δεμάτι για να ισορροπεί ή να χαλαρώνουμε τα σκοινιά . Στο τελευταίο χωράφι γινόταν ο αγιασμός. ΄Αφηναν ένα κομμάτι αθέριστο και συνήθως ο πατέρας με το δρεπάνι θερίζοντας ,έκανε το σχήμα του σταυρού. ΄Εσπαγαν και μια «σουρά», στάμνα και ο ένας κυνηγούσε τον άλλο για να το βρέξει. Μετά όλοι μαζί γύριζαν στο χωριό κουρασμένοι ,αλλά και χαρούμενοι που εξασφάλισαν τη σοδειά της χρονιάς.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

ΟΙ ΜΑΝΤΡΑΤΟΡΙΣΣΕΣ

 


                                                                            



ΟΙ ΜΑΝΤΡΑΤΌΡΙΣΣΕΣ



Οι γυναίκες του Μεσαναγρού ,όπως όλες οι γυναίκες τότε μπορώ να πω ήταν ηρωίδες. Και τι δεν έκαναν .Σπίτι ,μάντρα ,γεωργία. Οι δουλειές πολλές και έπρεπε να τα προλάβουν όλα. Πολλές φορές το πρωί πήγαιναν στη μάντρα και το απόγευμα ασχολούνταν με τη γεωργία.

Την εποχή του θερισμού και της σποράς ,το ζευγάρι χωριζόταν στα δύο. Συνήθως οι άντρες πήγαιναν να σπείρουν και οι γυναίκες πήγαιναν στη μάντρα .΄Επρεπε να βάλουν τα μικρά να θηλάσουν , να αρμέξουν το γάλα και να φτιάξουν τα διάφορα προϊόντα .Τυρί, γριά, βούτυρο παστά, μυζήθρες και πρωτόαλη. Δίπλα από τη μάντρα υπήρχε ο στάβλος ,ένα πρόχειρο κτίσμα ,που εκεί γίνονταν όλα αυτά.

Η πρωτόαλη ήταν το πρώτο γάλα που έπαιρναν από την κατσίκα ,μετά τη γέννα. Το έβραζαν και το άφηναν να πήξει.

Η γριά ήταν το καϊμάκι που γινόταν στην κορφή του γάλακτος.

Το βούτυρο το έφτιαχναν ψήνοντας τη γριά.

Τα παστά ,είδος σκληρού τυριού ,τα έφτιαχναν βράζοντας το γάλα και βάζοντας πυτιά.

Η Μυζήθρα και το τυρί ήταν τα πιο συνηθισμένα . Χρησιμοποιούσαν πυτιά ,για το πήξιμο και τα τοποθετούσαν στο τυρικό, για να στεγνώσουν.

Ο αξύαλος ,ήταν ξυνισμένο γάλα ,που το χρησιμοποιούσαν για το φτιάξιμο του τραχανά.

Από όλα αυτά η μεγάλη μου αδυναμία ,ήταν τα παστά. Σε κάθε σπίτι υπήρχε κρεμασμένη η καλαμωτή που τοποθετούσαν τα διάφορα προϊόντα και τα παστά. Πόσες φορές δεν έβαζα την καρέκλα για να φτάσω και να κόψω ένα κομμάτι παστό….

΄Όλα αυτά υπήρχαν στα σπίτια των βοσκών ,που τα διατηρούσαν όλο το χρόνο ,για να ζει η οικογένεια.

Μετά από όλες αυτές τις δουλειές στη μάντρα ,η μαντρατόρισσα , κατά το μεσημέρι έφευγε καθισμένη στο γαϊδουράκι ,για να πάει να βοηθήσει στη σπορά ή στο θερισμό. Και το βράδυ γυρίζοντας σπίτι, έπρεπε να κοιτάξει και το νοικοκυριό. Να ανάψει φωτιά ,να μαγειρέψει ,να καθαρίσει . Πού καιρός για ξεκούραση….


Άλλες εποχές ,άλλα χρόνια Θαυμάζω όλες αυτές τις γιαγιάδες που έζησαν μέχρι τα βαθιά γεράματα και σκέφτομαι πώς έγινε αυτό ,μετά τα όσα είχαν περάσει. Μήπως σε κάποια από όλα αυτά κρύβεται το μυστικό της μακροζωίας……




Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2022

Η ΣΠΟΡΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΝΑΓΡΟ

 

                                                                         




                                                                      Η ΣΠΟΡΑ



Βδομάδες ολόκληρες ζευγάριζαν τα χωράφια με τα ζώα ,για να τα σπείρουν. Κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστο δύο ζώα .Συνήθως ήταν γαϊδουράκια, μουλάρια ή αγελάδες. Πρωί πρωί τα ζώα φορτωμένα τη σπορά ,τα αλέτρια και πάνω στο σαμάρι οι νοικοκυραίοι, έφευγαν για τα χωράφια. Ολόκληρες περιοχές έπαιρναν ζωή από τις φωνές των γεωργών και των ζώων. ΄Εβλεπες τα ζώα κάτω από το ζύο(ζυγό) ,να σέρνουν το αλέτρι και το υνί να σχίζει τη γη και να σκεπάζει το ευλογημένο σιτάρι. Το μεσημέρι λίγη ξεκούραση και η δουλειά συνεχιζόταν ως το βράδυ.

΄Ολοι βοηθούσαν μικροί και μεγάλοι. ΄Αλλοι κουβαλούσαν τους σπόρους, άλλοι ζευγάριζαν και άλλοι βοηθούσαν τους ζευγάδες να ξεκουραστούν. Παντού ακούγονταν οι φωνές των ζευγάδων ,που παρότρυναν τα ζώα τους, Πολλές φορές η βροχή σταματούσε το σπάρσιμο ,το χώμα λάσπωνε και όλοι γινόντουσαν «πλημμάρι» ,μούσκεμα. Όταν βροντούσε από την Κάρπαθο ,σίγουρα θα έβρεχε και μάλιστα έλεγαν.

« Κάτω στην Κάρπαθο βροντά , ξεζεύλωνε βρε κερατά». Δηλαδή , βγάλε τα ζώα από το ζυγό και φεύγα για το χωριό.


Το βραδάκι ένα κομβόι από ζώα ,ανθρώπους γύρναγε στο χωριό. Λίγη κουβέντα με τους διπλανούς για τη δουλειά ,για το αύριο. ‘ Ολοι βιάζονταν να γυρίσουν σπίτι και να απολαύσουν λίγο ζεστό φαγητό και τη θαλπωρή του τζακιού . Γύρω από το τζάκι καθισμένη όλη η οικογένεια ,με τον παππού να διηγείται τα παραμύθια του και τα παιδιά να ρουφούν τα όμορφα λόγια του. Αξέχαστες εποχές…



Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

ΤΟ ΨΗΣΙΜΟ ΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ

 


                                                                 


To ψήσιμο του ψωμιού


Κάθε Σάββατο η όψη του χωριού άλλαζε. ΄Ηταν η μέρα που οι γυναίκες του χωριού παρασκεύαζαν τα ψωμιά της βδομάδας. Ολόκληρη ιεροτελεστία γινόταν . Αποβραδίς ετοίμαζαν το ζυμάρι για να ανέβη. Την αυγή σηκώνονταν για να ζυμώσουν τα ψωμιά. Βλέπετε έπρεπε να τελειώσουν νωρίς, για να πάνε μετά στις αγροτικές δουλειές. Μέσα στην ξύλινη σκάφη άρχιζε το ζύμωμα. ΄Ηταν κάτι το μαγικό. Αλεύρι, ζυμάρι ,νερό, με τα μαγικά χέρια των γυναικών να πλάθονται και να γίνονται ψωμιά. Αφού τέλειωνε το πλάσιμο ,τα ψωμιά σκεπάζονταν και αν ήταν χειμώνας κοντά στο τζάκι για να ανέβουν.


Ο νοικοκύρης ή εμείς τα παιδιά έπρεπε να πάμε να κόψουμε το «σφόγγι層 ,σχίνα που θα σκέπαζαν τα ψωμιά μέσα στο φούρνο,για να μην αρπάξουν από την πύρρα. ΄Όταν πλησίαζε η ώρα και τα ψωμιά ήταν έτοιμα ,η νοικοκυρά άναβε το φούρνο. Χρησιμοποιούσε κλαδιά από σχίνα ή άλλους θάμνους. Μετά με ένα ξύλο « τον ασκάλαθρο», που στην αρχή του είχαν δεμένα σχίνα ,καθάριζαν το φούρνο για να βάλουν τα ψωμιά. ΄Όταν όλα ήταν έτοιμα κουβαλούσαμε τα ψωμιά πάνω στους σοφράδες ,για να τα φουρνίσουν. ΄Ένα ένα ψωμί το τοποθετούσαν στην « ασφουρνίστρα» ,ξύλινο κοντάρι που στην άκρη του ήταν πλατύ ,και μετά στο φούρνο. Ο φούρνος έκλεινε και όταν τα ψωμιά άρχισαν να ψήνονται , τα «αροϊνιζαν» , δηλάδή με σχίνα που βουτούσαν σε νερό αλοιφαν την όψη τους ,για να μην αρπάξουν από την πύρρα και τα σκέπαζαν με σχίνα.


Το άνοιγμα του φούρνου ήταν κάτι το καταπληκτικό. Βλέπαμε να βγαίνουν ροδοκόκκινα τα ψωμιά ,νιώθαμε τη ζεστασιά τους και μυρίζαμε την ασύγκριτη μυρουδιά τους .Η ώρα εκείνη του ξεφουρνίσματος ,ήταν η πιο όμορφη .΄Ολο το χωριό μοσχοβολούσε απ΄άκρη σ΄άκρη. Εμείς τα παιδιά είχαμε ένα λόγο παραπάνω να περιμένουμε αυτή τη στιγμή. Περιμέναμε το κουλούρι μας, μικρό ψωμί, που αν είχε και ένα αυγό στη μέση ακόμη καλύτερα. Όπως ήταν ζεστό, το τρυπούσανε με ένα λεπτό ξύλο και μας το έδιναν. Οι δρόμοι γέμιζαν από τις χαρούμενες φωνές μας ,λες και μας χάριζαν τον παράδεισο. ΄Ετσι τα ψωμιά για ολόκληρη την εβδομάδα είχαν ετοιμαστεί.


Αξέχαστες , αναπανάληπτες στιγμές , που οι σημερινοί τις διαβάζουν και τους φαίνονται παραμύθια.



Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

ΤΟ ΜΑΖΕΜΑ ΤΩΝ ΕΛΙΩΝ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ

 


                                                                                        


TO MAZEMA ΤΩΝ ΕΛΙΩΝ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ


Μπορεί σε όλα τα προηγούμενα γεγονότα ,γάμο, κτίσιμο σπιτιών κλπ. η συμμετοχή να μην ήταν καθολική κάποτε ,για διάφορους λόγους , η συμμετοχή όμως σε θέματα εκκλησιαστικά ,έφτανε στο ανώτατο σημείο. Θέλεις ο σεβασμός στη θρησκεία ,θέλεις ο φόβος ,έφερνε το ανώτατο ποσοστό συμμετοχής. Σε κτίσιμο Μοναστηριών ,Εκκλησιών και εργασιών που αφορούσε την εκκλησία έπαιρναν μέρος ,άντρες, γυναίκες και παιδιά.

Όταν γιόρταζε ο Πολιούχος του χωριού ο Ταξιάρχης, την προηγούμενη Κυριακή μετά την εκκλησία ,χτυπούσε η καμπάνα και όλες οι γυναίκες του χωριού πήγαιναν να καθαρίσουν την εκκλησία. Ακόμα και τα παιδιά βοηθούσαν .

Εκείνο που ήταν εντυπωσιακό ήταν το μάζεμα των ελιών του Ταξιάρχη. Κάθε οικογένεια που είχε κάποιο πρόβλημα, έκανε τάμα στον Ταξιάρχη ελιές. Γι αυτό και σήμερα στους ελαιώνες ,σε κάθε χωράφι ,υπάρχει και ελιά του Ταξιάρχη. Όταν λοιπόν ερχόταν η εποχή που μάζευαν τις ελιές ,οι καθημερινές ήταν για το μάζεμα των ελιών των νοικοκυραίων και οι Κυριακές για τον Ταξιάρχη. Μόλις τέλειωνε η εκκλησία άντρες ,γυναίκες και παιδιά έφευγαν για τους ελαιώνες ,χωρισμένοι σε ομάδες από την εκκλησιαστική επιτροπή. Οι άντρες κρατούσαν τις «τέγκλες», τα ξύλα που χτυπούσαν τις ελιές, οι γυναίκες τα καλάθια και τα παιδιά οδηγούσαν τα ζώα φορτωμένα με τις ελιές στο ελαιοτριβείο. Υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός ποια ομάδα θα μαζέψει τις περισσότερες ελιές και ποια ομάδα θα χτυπούσε πρώτη την καμπάνα. Το έθιμο έλεγε ότι όποια ομάδα μαζέψει το πρώτο «γομάρι» ,φορτίο ελιές και το πάρει πρώτη στο ελαιοτριβείο ,θα χτυπούσε και την καμπάνα που ήταν δίπλα. Φαντάζεστε τον ανταγωνισμό που γινόταν και τι δικαιολογίες έβρισκαν οι ομάδες που δεν τα κατάφερναν. ..Δεν είχαν πάνω πολλές ελιές στην περιοχή που μαζεύαμε, δεν έγινα καλός χωρισμός σε ομάδες από την επιτροπή και οτιδήποτε άλλο.

Το βραδάκι κουρασμένοι αλλά πάντα με κέφι γύριζαν στο χωριό ,πειράζοντας ο ένας τον άλλο , κάνοντας τον απολογισμό της ημέρας και προσμένοντας την επόμενη Κυριακή .


Τετάρτη 15 Ιουνίου 2022

Ο ΘΕΡΙΣΜΟΣ

 

                                                                  



                                                               Ο ΘΕΡΙΣΜΟΣ



Όταν πλησίαζε το καλοκαίρι ,τα σημάδια για να το καταλάβεις ήταν πολλά. Τα παιδιά βγάζαμε τα παπούτσια ,περπατούσαμε ξυπόλητοι ,άρχιζαν οι καλοκαιρινές δουλειές, πλησίαζαν οι εξετάσεις και το χωριό άδειαζε. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ούτε θεριστικές μηχανές και οι αποστάσεις ήταν μεγάλες. Ολόκληρη η οικογένεια έμενε στα χωράφια. Όταν θέριζαν ένα χωράφι, πήγαιναν σε κάποιο άλλο , μέχρι να τελειώσουν το θέρος, να «ποθερίσουν ».

Οι μεγάλοι θέριζαν με τα χέρια. Κρατούσαν το δρεπάνι και θέριζαν τα χρυσοκίτρινα στάχια. Οι άντρες τα έκαναν «γομάρια» και τα έδεναν με λυγαριές, «λύες». ΄Εβλεπες άντρες ,γυναίκες στη σειρά σκυφτοί από το πρωί ως το βράδυ ,να θερίζουν αδιάκοπα. Τα μεσημέρι κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, αν υπήρχε, όλη η οικογένεια απολάμβανε το φαϊ που έφτιαχνε η μητέρα. Η μητέρα είχε όλα τα σύνεργα, τσουκάλια, πιάτα ,τρόφιμα. ΄Αναβε φωτιά με ξύλα ,έφτιαχνε με πέτρες «σιεριστιά», για να καθίσει πάνω η «τσούκα» ,τσουκάλι και ταυτόχρονα μαγείρευε και θέριζε. Πιο νόστιμο φαγητό από αυτό του χωραφιού δεν υπήρχε. Θέλεις η κούραση ,θέλεις τα αγνά υλικά ,το φαγητό αυτό ήταν πεντανόστιμο. Πολλές φορές όταν η δουλειά ήταν πολλή και η μητέρα δεν προλάβαινε να μαγειρέψει ,η «σαλά»,σαλάτα αντικαθιστούσε το φαγητό. Μέσα σε μια μεγάλη γαβάθα όλοι μαζί τρώγαμε ,βουτώντας το ψωμί. Πόσες φωτιές άναβαν κατακαλόκαιρο κάθε μέρα ,δεν μπορώ να σας πω. Μπορώ να σας πω όμως ότι ποτέ δεν έπιασε φωτιά και να κινδυνέψει δάσος. ΄Ηταν για μένα πράγμα ανεξήγητο. Τα βράδια μου έχουν μείνει αξέχαστα. Δίπλα από τα στάχια και κάτω από τον έναστρο ουρανό ,όλη η οικογένεια κοιμόταν ευτυχισμένη. Ξυπνούσες και έβλεπες τα αστέρια ψηλά στον ουρανό και τον ήλιο να ανατέλλει.

Τα παιδιά και αυτά δούλευαν. Θέριζαν , κουβαλούσαν νερό και έκαναν τις μεταφορές. Τα δεμάτια από το στάρι έπρεπε να μεταφερθούν στο χωριό, στα αλώνια. ΄Ηταν η εποχή που άρχιζαν και οι εξετάσεις στο Δημοτικό. Πρωί-πρωί μας φόρτωναν με δεμάτια τα ζώα ,συνήθως γαϊδουράκια και μουλάρια., καθίζαμε στη μέση και ξεκινούσαμε για το χωριό.΄ Επρεπε να πάμε να ξεφορτώσουμε τα δεμάτια, να πάμε στο σχολείο και το μεσημέρι να γυρίσουμε στο χωράφι, να μας ξαναφορτώσουν τα ζώα και το βράδυ να γυρίσουμε ξανά πίσω. Παρέες-παρέες τα παιδιά που τα χωράφια γειτόνευαν ,κάναμε όλα αυτά τα δρομολόγια. Τι κούρσες κάναμε για το ποιος θα βγει πρώτος ,δε λέγεται. Το χειρότερο πράγμα στη μεταφορά ,ήταν να γείρει από τη μια πλευρά το δεμάτι ,το ζώο να μην προχωρά και συ να προσπαθείς να το ισορροπήσεις με τις μικρές σου δυνάμεις. Αν δεν τα κατάφερνες ,έλυνες τα σκοινιά και άφηνες τα δεμάτια για να έρθουν οι μεγάλοι. Το τι κόλπα κάναμε για να φτάσει το φορτίο δε λέγεται. Μας έμαθαν να βάζουμε πέτρες στο αντίθετα δεμάτι για να ισορροπεί ή να χαλαρώνουμε τα σκοινιά .

Στο τελευταίο χωράφι γινόταν ο αγιασμός. ΄Αφηναν ένα κομμάτι αθέριστο και συνήθως ο πατέρας με το δρεπάνι θερίζοντας ,έκανε το σχήμα του σταυρού. ΄Εσπαγαν και μια «σουρά», στάμνα και ο ένας κυνηγούσε τον άλλο για να το βρέξει. Μετά όλοι μαζί γύριζαν στο χωριό κουρασμένοι ,αλλά και χαρούμενοι που εξασφάλισαν τη σοδειά της χρονιάς.





Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΝΑΓΡΟ

 




                                                                 




Το Φθινόπωρο ήταν κάτι ξεχωριστό. Ήταν η εποχή που οι γεωργοί προετοιμάζονταν για τη σπορά. Επρεπε να εξασφαλίσουν τα ξύλα του χειμώνα ,να χωματίσουν τα σπίτια ,να « λοκοπίσουν» και να καθαρίσουν το σπόρο.

Το λόκοπο ήταν το καθάρισμα των χωραφιών από τα ξερά χόρτα, θάμνους και οτιδήποτε άλλο. ΄Εφευγαν λοιπόν πρωί πρωί με τα γαϊδουράκια τους ,έπαιρναν μαζί τους τα εργαλεία τους –τσάπες ,ταχράδες –και πήγαιναν στα χωράφια .Όλη τη μέρα καθάριζαν τα χωράφια και έκαιγαν τα ξερόχορτα. Το λόκοπο κρατούσε αρκετές μέρες, ανάλογα με τη γη που είχε ο καθένας.


Το χωμάτισμα ή πατέλιωμα των σπιτιών ,ήταν η προφύλαξη των σπιτιών από τις βροχές του χειμώνα. Σε μια περιοχή έξω από το χωριό, στο Διαούλι, υπήρχε πατελιά-χώμα κατάλληλο για τα σπίτια. Οι άνδρες έσκαβαν την πατελιά ,τη φόρτωναν στα γαϊδουράκια και τη μετέφεραν στο χωριό. Μετά ακολουθούσε άλλη διαδικασία. ΄Εδεναν ένα κουβά με σχοινί και μέσα έβαζαν την πατελιά. . ¨Ενας βρισκόταν πάνω στο δώμα ,συνήθως ο άνδρας ,ο οποίος τραβούσε το σχοινί ,ανέβαζε την πατελιά και την τοποθετούσε στο δώμα.


Ακολουθούσε η σπορά. Βδομάδες ολόκληρες ζευγάριζαν τα χωράφια με τα ζώα ,για να τα σπείρουν. Κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστο δύο ζώα .Συνήθως ήταν γαϊδουράκια, μουλάρια ή αγελάδες. Πρωί πρωί τα ζώα φορτωμένα τη σπορά ,τα αλέτρια και πάνω στο σαμάρι οι νοικοκυραίοι, έφευγαν για τα χωράφια. Ολόκληρες περιοχές έπαιρναν ζωή από τις φωνές των γεωργών και των ζώων. ΄Εβλεπες τα ζώα κάτω από το ζύο(ζυγό) ,να σέρνουν το αλέτρι και το υνί να σχίζει τη γη και να σκεπάζει το ευλογημένο σιτάρι. Το μεσημέρι λίγη ξεκούραση και η δουλειά συνεχιζόταν ως το βράδυ.


Το βραδάκι ένα κομβόι από ζώα ,ανθρώπους γύρναγε στο χωριό. Λίγη κουβέντα με τους διπλανούς για τη δουλειά ,για το αύριο. ‘ Ολοι βιάζονταν να γυρίσουν σπίτι και να απολαύσουν λίγο ζεστό φαγητό και τη θαλπωρή του τζακιού . Γύρω από το τζάκι καθισμένη όλη η οικογένεια ,με τον παππού να διηγείται τα παραμύθια του και τα παιδιά να ρουφούν τα όμορφα λόγια του. Αξέχαστες εποχές…




Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2021

Η ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΝΑΓΡΟ

 


                                                                    



Αν και το χωριό είναι ορεινό και οι κάμποι λίγοι , οι κάτοικοι ανέκαθεν ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Πριν αρκετά χρόνια δεν υπήρχε περιοχή του χωριού που να είναι χέρσα. Αντίθετα σήμερα οι γεωργοί επιδοτούνται για να μη σπέρνουν. Ακόμα και οι πλαγιές των λόφων και των βουνών ήταν σπαρμένες.

Οι οικογένειες ήταν πολυμελείς και για να ζήσουν έπρεπε να δουλέψουν σκληρά. Ακόμα και τα μικρά παιδιά δούλευαν. Δεν υπήρχε εποχή που οι γεωργοί να μην ασχολούνταν με κάτι. Ξεκινούσαν το Φθινόπωρο με το λόκοπο. Μικροί μεγάλοι με τις τσάπες στο χέρι ,πήγαιναν στα χωράφια για να τα καθαρίσουν από τους θάμνους και τα χόρτα. ΄Εκοβαν τα χόρτα και τους θάμνους, τα έκαναν σωρούς και τα έκαιγαν. Το χειμώνα ζευγάριζαν με τα ζώα .Το αλέτρι ήταν ξύλινο ή σιδερένιο και η δουλειά σκληρή για τους ανθρώπους και τα ζώα. ΄Εφευγαν το πρωί και γύριζαν το βράδυ .Πολλές φορές στις πλαγιές που τα ζώα δυσκολεύονταν , οι γεωργοί με τις τσάπες έσκαβαν τη γη για να σπείρουν. Ταυτόχρονα όσοι ήταν βοσκοί ,΄επρεπε να πηγαίνουν και στα ζώα τους. Η σπορά κρατούσε αρκετές μέρες ,ιδίως όταν ο καιρός ήταν βροχερός. Το καλοκαίρι ,τους περίμενε το θέρος . Με τα δρεπάνια στα χέρια ολημερίς θέριζαν και κουβαλούσαν τα δεμάτια στα αλώνια. Πολλές οικογένειες, έφευγαν από το χωριό την εποχή αυτή και έμεναν στα χωράφια, για να κερδίζουν χρόνο. Ακόμα και τα παιδιά βοηθούσαν κουβαλώντας τα δεμάτια με τα ζώα στα αλώνια και μετά πήγαιναν στο σχολείο. Ακολουθούσε το αλώνισμα με τα ζώα .΄Ολη η οικογένεια μαζεμένη στο αλώνι ,να συνοδεύει ένας ένας τα ζώα που πατούσαν και έλιωναν τα στάχυα. Ο πατέρας με το τιριάχτυλο να ξεχωρίζει το σιτάρι από το άχυρο ,να μπαίνει στα σακιά και να πηγαίνει στο σπίτι. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Σιτάρι, για τους γεωργούς, ποσίταρα, για τις κότες και το άχυρο για τα ζώα.

Αργότερα ήρθαν οι θεριστικές μηχανές ,τα αυτοκίνητα ,που έκαναν πιο εύκολη τη ζωή των γεωργών και περισσότερη την παραγωγή.


Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2021

ΤΟ ΧΩΜΑΤΙΣΜΑ Η ΠΑΤΕΛΙΩΜΑ

 

                                                                              



Φθινοπώριασε και στο χωριό αρχίζουν διάφορες προετοιμασίες. Οι βροχές ‘ηρθαν πρώιμα και κάποιους ίσως τους πρόλαβαν στο χωμάτισμα των σπιτιών. Παλιά τα σπίτια του Μεσαναγρού στο δώμα ,ήταν με πατελιά. Χώμα που δεν περνάει εύκολα το νερό. Σήμερα τα περισσότερα έχουν γίνει ψευτοταράτσες και έτσι αποφεύγουν το χωμάτισμα ΄Οσα λοιπόν σπίτια έχουν μείνει με πατελιά πρέπει να καθαριστούν ,να τριφτούν και μετά να πέσει η πατελιά. Να χωματιστούν ,όπως λένε οι Μεσαναγρενοί .Το χωμάτισμα ή πατέλιωμα των σπιτιών ,ήταν η προφύλαξη των σπιτιών από τις βροχές του χειμώνα. Σε μια περιοχή έξω από το χωριό, στο Διαούλι, υπήρχε πατελιά-χώμα κατάλληλο για τα σπίτια. Οι άνδρες έσκαβαν την πατελιά ,τη φόρτωναν στα γαϊδουράκια και τη μετέφεραν στο χωριό. Μετά ακολουθούσε άλλη διαδικασία. ΄Εδεναν ένα κουβά με σχοινί και μέσα έβαζαν την πατελιά. . ¨Ενας βρισκόταν πάνω στο δώμα ,συνήθως ο άνδρας ,ο οποίος τραβούσε το σχοινί ,ανέβαζε την πατελιά και την τοποθετούσε στο δώμα.

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Την πατελιά τη φέρνουν Αρχαγγελίτες και το χωμάτισμα ή πατέλιωμα έχει γίνει ατραξιόν για τους Τουρίστες που περνούν από το χωριό.


Δευτέρα 30 Αυγούστου 2021

Ο ΤΕΛΑΛΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

                                                                          



Μια ανθρώπινη φιγούρα ,συμπαθητική και χρήσιμη ,έχει παραμείνει στη μνήμη μου ο Τελάλης του χωριού. ΄Ηταν ένας άνθρωπος ,που συνήθως εργαζόταν για την Κοινότητα και ήταν αυτός που ειδοποιούσε τους χωριανούς ,για ότι συνέβαινε στο χωριό ή αν έπρεπε να πληροφορηθούν οι κάτοικοι για υποχρεώσεις τους στο κράτος ή στην Κοινότητα.

Πολλές φορές κρατούσε χαρτιά ,ειδοποιητήρια και τα παρέδιδε στους κατοίκους. ΄Αλλοτε πήγαινε από σπίτι σε σπίτι να ειδοποιήσει για συνεδριάσεις ή για διάφορα γεγονότα. Πολλές φορές τοιχοκολλούσε διάφορα χαρτιά που έπρεπε να πληροφορήσουν κάτι τους χωριανούς.

Η πιο γραφική στιγμή όμως για μας τους μικρούς ήταν, όταν ο Τελάλης ,διαλαλούσε στους δρόμους του χωριού. Τον παίρναμε από πίσω και πολλές φορές το μιμούμαστε καθώς φώναζε και αυτό τον εξαγρίωνε. Όταν λοιπόν ήθελε να πληροφορήσει τους κατοίκους ,γυρνούσε τα σοκάκια του χωριού και φωνάζοντας δυνατά με την στεντόρεια φωνή του ,πληροφορούσε τους κατοίκους. Ακόμα ντιδονεί στα αυτιά μου η φωνή του « Κύριοι ,ακούσατε καλά. ..΄Ηρθε ο Ταξιλάρης για να μαζέψει τους φόρους. Θα βρίσκεται στο Καφενείο του Διάκου και όσοι χρωστάτε, τρέξετε να πληρώσετε». Πολλές φορές κάποιοι δεν άκουαν καλά ,αλλά από στόμα σε στόμα ,διαδιδόταν το νέο και όλοι έτρεχαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Τελάλη θυμόμαστε τον Μανόλη Μπίλλη ,τα τελευταία χρόνια.

Κάποια στιγμή ο Τελάλης σταμάτησε να διαλαλεί , γιατί η πρόοδος έφερε και στο χωριό τα μεγάφωνα. ΄Ετσι ο Γραμματέας ανακοίνωνε ότι ήθελε μέσω των μεγαφώνων και ο Τελάλης έπαψε να υπάρχει.