Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Αέρας εις την πρύμνη σου (Παραμύθι)

 





       

Αέρας εις την πρύμνη σου  (Παραμύθι) 

          Μια φορά και έναν καιρό, ένας άνθρωπος που ζούσε στην πόλη, κουρασμένος από τη ζωή, θέλησε να πάει μια βόλτα στην εξοχή για να ξεδώσει. Φτάνοντας σε μια παραλία είδε να περνάει από κοντά ένα καράβι. Έβγαλε το μαντήλι του και άρχισε να το κουνάει χαιρετώντας τους. Το καράβι πλησίασε στη στεριά, γιατί νόμιζαν ότι ζητά βοήθεια, κατέβασαν μια βάρκα και βγήκαν στη στεριά. «Τι έπαθες και θέλεις βοήθεια;». «Μα δε ζήτησα βοήθεια, απλώς σας χαιρετάω». Οι ναύτες θύμωσαν, του έδωσαν μερικές ξυλιές και του είπαν. Όταν βλέπεις ανθρώπους θα λες: Αέρας εις την πρύμνη σου κι αέρας στα πανιά σου, πουλί- πουλί πετάμενο να μη βρεθεί μπροστά σου. Κουρασμένος, δαρμένος, προχώρησε σε μια πλαγιά ψάχνοντας ένα μέρος να ξεκουραστεί. Από μακριά βλέπει έναν κυνηγό, ο οποίος από το πρωί δεν είχε καταφέρει να σκοτώσει κάποιο θήραμα. «Γεια σου», του λέει και θυμήθηκε τι του είπαν να λέει οι ναύτες και λέει στον κυνηγό: «Αέρας εις την πρύμνη σου κι αέρας στα πανιά σου, πουλί- πουλί πετάμενο να μη βρεθεί μπροστά σου». Ο κυνηγός στενοχωρημένος που δεν είχε κάνει ούτε ένα λαγό, του είπε να μη λέει αυτά τα λόγια, αλλά αυτά που θα του πει: «Πέντε πέντε την ημέρα και εκατό την εβδομάδα», εννοώντας θηράματα. Κατηφορίζοντας την πλαγιά βλέπει ένα χωριό και κατευθύνθηκε προς τα κει, για να φάει και να πιει κάτι. Μόλις πλησίασε στην είσοδο του χωριού, συνάντησε μια πομπή από τους χωριανούς, που πήγαιναν να θάψουν ένα νεκρό. Τους πλησίασε και είπε: «Γεια σας χωριανοί. Πέντε πέντε την ημέρα και εκατό την ε βδομάδα». Οι χωριανοί εξαγριώθηκαν και τον ξυλοφόρτωσαν, γιατί θεώρησαν τα λόγια του κατάρα. «Τι να λέω, βρε παιδιά;». «Να λες, ο Θεός συγχωρέσει σας». Μπαίνει στο χωριό, βλέπει ένα εστιατόριο και μπήκε να φάει. Παράγγειλε όλα τα καλά του κόσμου και σηκώθηκε να φύγει χωρίς να πληρώσει, δεν είχε και χρήματα, βλέπετε. Οι σερβιτόροι του ζήτησαν να πληρώσει, αλλά αυτός αρνήθηκε. Φώναξαν το μάγειρα και αυτός του ζήτησε να πληρώσει. Η απάντησή του; «Ο Θεός συγχωρέσει σας». Ο μάγειρας του έριξε μια με την κουτάλα στο κεφάλι, που έβγαλε ένα καρούμπαλο. Φεύγοντας από το εστιατόριο, συνάντησε έναν γνωστό του, που τον ρώτησε τι έπαθε. Αυτός με μεγάλη ψυχραιμία του είπε: «Μην κοιτάτε τη σπαστή» (χτυπημένο κεφάλι). «Κοιτάτε την παραγεμοστή» (εννοώντας την γεμάτη κοιλιά του). Έφυγε ευτυχισμένος και έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα…

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΑΡΑΜΥΘΙ --Η ΛΑΚΚΟΥ(ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑ)

 


                                                     

                                                           




ΠΑΡΑΜΥΘΙ- Η ΛΑΚΚΟΥ

ΑΦΗΓΗΣΗ: ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑ

ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ: ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ΜΟΣΧΑ- ΣΤΟΪΚΙΔΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:ΛΑΪΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΑΔΕΣ ΤΗΣ

ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ

Μια φορά κι ένα καιρό είχε τρεις ορφανές κοπέλες. Ήτο πολλές φτωχές. Εκάθοντο στο σπίτι τους και περνούσαν που όξω οι φρουροί του βασιλιά. Λένε στην πρώτη.

  • Τι ήθελες να ΄χεις:

  • Εκείνη λέει.

  • Το μάγειρα του βασιλιά , να τρώω καλά.

Ρωτάνε τη δεύτερη και τους λέει.

-Έθελα να΄χω το ράφτη του βασιλιά για να ντύνομαι.

Και η Τρίτη λέει.

-¨Εθελα να ΄χω το ίδιο το βασιλόπουλο να του τρίψω τρία κιλά αλάτι στο κεφάλι του.

Οι φρουροί έφυγαν και πήαν και είπαν στο βασιλόπουλο και κείνο τους έστειλε να πάνε να τις φέρουν.

Επήραν τες και ρωτά την πρώτη τι΄ ήθελε και εκείνη του ΄πε το μάγειρα. Τη δεύ­τερη και του΄ πε το ράφτη. Την Τρίτη και του΄ πε το βασιλόπουλο ,για να του τρίψει τρία κιλά αλάτι στο κεφάλι του. Τις δυο εφήκαν τες ,εφύασι , την Τρίτη την εκρατή­σασι.

Εδιάταξε το βασιλόπουλο ν άνοίξουν ένα λάκκο και να τη βάλουν μέσα. Της έδιναν όμως κι έτρωε.

Επέρασε κάμποσος καιρός , έφευγε το βασιλόπουλο και περνά που το λάκκο .Λέει:

-Ε, Λακκού ,εγώ φεύγιω στη Θεσαλονίκη , εσύ πότε θα τρίψεις του βασιλόπουλου το αλάτι. Του λέει:

-Θα ΄ρτει καιρός που θα το τρίψω.

Μόλις έφυε αυτός, βγαίνει εκείνη ντύνεται και πάει στη Θεσσαλονίκη και μένει απένανρι που το ξενοδοχείο του βασιλόπουλου. Εφτιάχτη σαν κούκλα ,εκείνος ήθε­λε να την εύρει. Επήε ,ηύρε την ,εξάπλωσε μαζί και έμεινε έγκυος η κόρη. Έστρεψε επήε στο λάκκο. Επεράσασι εννιά μήνες , εγέννησε την πρώτη κόρη και την είπε Θεσσαλονικιά.

Εγύρισε πίσω το βασιλόπουλο και αφού επέρασε ένας χρόνος ,ξαναπήε στη Λακ­κού. Της λέει.

-Ε ,Λακκού , πότε θα τρίψεις τα τρία κιλά αλάτι του βασιλόπουλου.

Εκείνη λέει:

-Του τρίβω τώρα το΄ να ,σιγά σιγά θα του τρίψω το άλλο.

-Εγώ φεύγω στη Σμύρνη.

Φεύγει αυτός ,φεύγει και η Λακκού και αφού εφτιάχτη , πάει και μένει στο απένα­ντι ξενοδοχείο του βασιλόπουλου. Εκείνος ετρελάθη και φτιάξαν τα και πάλαι εγκα­στρώθη. Στρέφει στο λάκκο της και γεννά ύστερα τη δεύτερη κόρη..Στρέφει και το βασιλόπουλο στο παλάτι του.

Ήρτεν καιρός να βγει όξω, περνά πάλι από τη λακκού.

-Ε, Λακκού , πάω στην Κωνασταντινούπολη , εσύ πότε θα τρίψεις του βασιλόπουλου τα΄αλάτι:

-Έτριψα του τα δύο , θα του τρίψω και το τρίτο..

Το βασιλόπουλο να σκάσει ,σου λέει « που με βρίσκει και τρίβει μου το αλάτι». Φτάνει στην Κωνσταντινούπολη και φτη τα ίδια , φτιάχνεται και μένει απέναντι του. Εφτιάξαντα πάλαι και γκαστρώνει την και φεύγει πάει στο λάκκο.

Επέρασεν πολύς καιρός και πάει το βασιλόπουλο στη Λακκού.

-Ε, Λακκού .πότε θα τρίψεις του βασιλόπουλου τα΄αλάτι:

Εκείνη λέει:

-Έτριψα του και τα τρία κιλά.

Το βασιλόπουλο απόρησε κι έφυγε.΄Εφτασε το πάσχα ,εντυθήκασι ,επήαν εις την εκκλησία ,όλος ο κόσμος. Έστειλε και η Λακκού τις κόρες της και τις είπε.

-¨Οπου δείτε το βασιλόπουλο θα πάτε να σταματήσετε μπρος του . Θα λέει η μια στην άλλη «Μωρή Σμυρνιά, μωρή Θεσαλονικά , μωρή Κωνσταντινουπολίτισσα , όμορφα τα ρούχα σας.

Αυτές πάσι μπρος από το βασιλόπουλο και κάμαν ότι τους είπε η Λακκού. Εκείνος εκακόβαλε και διέταξε να κρατήσουν αυτά τα τρια κορίτσια και να τα πάνε σπίτι του. Τις ρωτά [ως τις λένε « Θεσσαλονικιά, Σμυρνιά ,Κωνσταντινουπολίτισσα» Τις ρωτά ποια είναι η μάνα τους. Του΄ παν πως είναι στο λάκκο και τη λεν Λακκού. Εκεί­νος εκατάλαβε κι έστειλε και τη φέρανε και επαντρεύτη την και ζήσαν αυτοί καλά μι εμείς καλύτερα.










Τρίτη 6 Ιουλίου 2021

ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑ-ΠΑΡΑΜΥΘΙ

 


                                                       

ΠΑΡΑΜΥΘΙ Το Βασιλόπουλο και η Βασιλοπούλα

Αφήγηση : Παπαδημητρίου Βασιλεία

Καταγραφή: Παπαμιχαήλ Μοσχοβία –Στοϊκίδου Ελευθερία



Μια φορά κι έναν καιρό είχε ένα Βασιλιά και μια Βασίλισσα. Είχανε μία κόρη , μη βρέξει ο Θιός και βρέξει την. ¨Ετυχε ν άρρωστήσει η βασίλισσα.΄ Ηρτεν πιο η ώρα ν αποθάνει. Εθώρειε ένα δακτυλί, εβγκαλέν το κι είπε του άντρα της « σ΄’οποιον κάμει το δαχτυλί , θα την πάρεις γυναίκα σου».

Ο βασιλιάς εκάλεσε τες γυναίκες όλης της οικουμένης , σ΄όσες κι αν εδοκίμασαν να ταιριάσει το δακτυλί, σε καμμιά εν εταίριασε. Εταίριασε μόνο στην κόρη του.

-Θα σε πάρω.

-Πατέρα, εγώ κόρη σου και ά με πάρεις;

-Παράφηση της μάνας σου είναι « σ΄όποια ταιριάξει το δακτυλί να την πάρεις γεναίκα σου¨.

Ετσακώνονταν ο βασιλιάς με την κόρη , η κόρη πιο επόμεινε. Ορίσασι τον γάμο που θεν να κάμουσι. Ο βασιλιάς πιο έκαμε της ένα καλό πολυέλαιο δώρο. Η κοπέλα πάει και βρίσκει κείνον που του παρήγγειλε ο βασιλιάς τον πολυέλαιο και του λέει.

_ Θα μου κάμεις τον πολυέλαιο , θάχει μέσα κρεβάτι, κουζινικά , τουαλέτα και όσα πάσι, εγώ θα τα πλερώσω με το παραπάνω.

¨Εκαμέ τα , επήρε τον πολυέλαιο στο σπίτι, , σε δυο, τρεις μέρες , που είχε να γίνει ο γάμος , χάνεται η κόρη. ΄Εβγκαλε όλο τον στρατό να την εύρουν , δεν την ηύρασι. Δεν ηύραν την κόρη , εμαυροφόρεσε το παλάτι.

Είχε και ένα βασιλόπουλο που τον γνώριζς και πήε να τον συλληπηθεί πούχασε την κόρη του. Το βασιλόπουλο υποψιάστη ότι η κόρη ήτο μες στον πολυέλαιο. Εζήτησε από τον βασιλιά να του πουλήσει τον πολυέλαιο και του τον πούλησε. Επήρεν τον εις το σπίτι , ανοίει τον πολυέλαιο και βρίσκει την κοπέλα μέσα. Εκρέμασε τον πολυέλαιο με την κοπέλα μέσα. Λε:

_Τώρα θα μου φέρνετε δυο πιάτα φαϊ , διότι ένα δε μου φτάνει ,δυο κουτάλια ,δυο περούνια , δυο ποτήρια και θα τα΄αφήνετε. Ήρκετο το βασιλόπουλο , έμπαινε μέσα , εκατέανέ την που τον πολυέλαιο , ετρώασι, έβαλέ την πάλαι στον πολυέλαιο.

Η κακή τύχη της κοπέλας , ειδοποίησαν το βασιλόπουλο να πάει στον στρατό. Λέει της μάνας του.

-Εγώ τώρα θα φύω , εσύ θα βάζεις ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι και νερό.

Εκείνη εκακοψιάστη, κατεαίνει τον πολυέλαιο ,σπα τον , βγαζει την κοπέλα έξω. Παίζει της και ξύλο , βάλλει την μέσα στο τσουάλι και στέλνει τους φρουρούς και παίρνουντην ες τον γιαλό και ρίχνου την.

Η κοπέλα ήξερε κολύμπι και βγήκεν έξω. Ηύρεν ένα βοσκό και είχε δυο κόρες ο βοσκός. ¨Εκλαιεν η κοπέλα .Λε:

  • Τι έχεις κοπέλα μου , έλα μαζί μου.

Απολύθηκε το βασιλόπουλο , επήεν στο σπίτι, ο πολυέλαιος σπασμένος και ρώτηξε τι έγινε. Λέει η μάνα:

-Δεν ετρώετο το φαί και ενοίξαμε τον πολυέλαιο και ήτο πεθαμένη μέσα.

-Και που την επήρατε;

-Στο γιαλό.

Επήε το βασιλόπουλο ,ηύρε τον βοσκό και τις κοπέλες και την εγνώρισε που ήταν εκεί. Την άλλη μέρα ξαναπήε και πήγαινε συνέχεια. Τους κάλεσε για τραπέζι και ο βοσκός του είπε ότι δεν μπορούν να πάνε ,γιατί έχουν τα πρόατα. Εκείνος ρώτηξε.

-Πόσα πρόατα έχεις, πενήντα στρατιώτες θα φέρω για να τα ξανοίουν.

Επήαν στο σπίτι λοιπόν ,εφάασι , ήπιασι ,εδιασκεδάσασι , λέει το βασιλόπουλο.

-Τώρα θα πούμε και που ένα παραμύθι.

Είπαν ο βοσκός, είπαν οι δυο κάρες του , ήρτεν και η σειρά της βασιλοπούλας .Λέει.

-Εγώ δεν γνωρίζω παραμύθι.

-Θα πεις ότι ξέρεις.

¨Εκατσαν ούλοι στο γύρω . Η κοπέλα λέει.

  • Μια φορά κι έναν καιρό είχε ένα βασιλιά και μια βασίλισσα και είχαν και μια κόρη. Επόθανε η βασίλισσα και ο βασιλιάς ήθελε να πάρει την κόρη του γεναίκα . Έκαμε και τον πολύέλαιο και κρύφτη μέσα η κοπέλα. Επήε και το βασιλόπουλο και πήρε και τον πολυέλαιο στο σπίτι του.

Αλλά η μάνα του , όταν άκουσε για τον πολυέλαιο ,εσηκώθη να φύει, αλλά το βασιλόπουλο δεν την άφηκε. Ετέλεψε το παραμύθι η βασιλοπούλα , είπε και για τον γιαλό και ούλα. Ϋστερα το βασιλόπουλο έπιασε την μάνα του , την έβαλε στο τσουάλι , την έριξε στον γιαλό και πήρε γυναίκα του τη βασιλοπούλα και περάσα καλά και μεις καλύτερα.




Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

" Ο Μεγάλος και Μικρός Κλάδος-Παραμύθι)-Συνέχεια



Είναι ο Μάγος μου, απάντησε. -Και τι μπορεί να κάνει. -Να μας φέρει γλυκά ,κρέατα ,φαγητά. –Για να δούμε του λέει. Πάτησε το σακί με το δέρμα και ακούστηκε ένα τρίξιμο.-Τι λέει . – Μέσα στο φούρνο υπάρχουν του κόσμου τα καλά. Πήγαν στο φούρνο και αντίκρισαν όλα τα αγαθά. Ο άντρας έμεινε με ανοιχτό το στόμα .Αφού έφαγαν ό άντρας ζήτησε να αγοράσει το Μάγο. – Δείξε μου ακόμα κάτι και θα σου δώσω ότι ζητήσεις. – Μέσα στην κασέλα είναι ο Σατανάς ,είπε. Σήκωσε το καπάκι προσεκτικά να δεις. Σήκωσε το καπάκι λίγο και είδε μέσα κάποιο. Πείστηκε ότι ο Μάγος προβλέπει τα πάντα και έδωσε τρία σακιά φλουριά στο Μικρό Κλάδο ,για να του δώσει το Μάγο. Φεύγοντας του έδωσε την κασέλα με το Σατανά ,για να το ρίξει στο ποτάμι.
Μόλις έφτασε στο ποτάμι πήρε την κασέλα να τη ρίξει. Ο άνθρωπος που ήταν μέσα ,τον παρακαλούσε να τον αφήσει να ζήσει και του έδωσε άλλα δύο σακιά φλουριά.
΄Εφτασε στο χωριό και έστειλε ένα παιδί να πάει στο Μεγάλο Κλάδο ,να του δώσει το μετρητάρι του ,για να μετρήσει τα φλουριά. Πονηρός αυτός έβαλε κόλλα στο μετρητάρι και καθώς τα μετρούσε ,κόλλησαν μερικά. Πήγε στο σπίτι του Μικρού ,για να μάθει πού βρήκε τα λεφτά. - Όταν μου σκότωσες το άλογό μου ,πήγα στην πόλη και το πούλησα 5 σακιά χρυσά φλουριά. Χωρίς να χάσει καιρό σκότωσε και τα 9 άλογά του και πήγε στην πόλη να τα πουλήσει. - ¨Ένα δέρμα αλόγου 5 σακιά φλουριά. Οι παπουτσήδες ,τον πέρασαν για τρελό ,το μαύρισαν στο ξύλο και δεν πήρε φράγκο. Κουρασμένος ,θυμωμένος και ζητώντας εκδίκηση για την κοροϊδία ,έφτασε βράδυ στο χωριό και πήγε κατευθείαν στο σπίτι του Μικρού ,για να το σκοτώσει. Τη μέρα εκείνη είχε πεθάνει η γιαγιά του Μικρού και αυτός κλεισμένος στο σπίτι του πενθούσε. - ΄Ανοιξε του φώναξε .Ο Μικρός , έσβησε τη λάμπα και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι που είχε βάλει τη γιαγιά του. Ο Μεγάλος αφού έσπασε την πόρτα ,μπήκε μέσα και άρχισε στα σκοτεινά να χτυπά πάνω στο κρεβάτι ,νομίζοντας πώς ήταν ο Μικρός.
Ο Μικρός Κλάδος σηκώθηκε νωρίς ,φόρτωσε τη γιαγιά του σε ένα μουλάρι και πήγε να τη θάψει. ΄Ηταν πρωί και σταμάτησε σε ένα χάνι ,για να πιεί ένα καφέ. Πονηρός όπως ήταν είπε στον καφετζή ,που ήταν κουφός ,να πάρει ένα ποτήρι γάλα στη γιαγιά του ,που ήταν πάνω στο άλογο. Κρατώντας το ποτήρι ο καφετζής ,φώναζε στη γιαγιά να πάρει το γάλα ,αλλά αυτή πού να ακούσει. Νευριασμένος της πέταξε το ποτήρι . Ο Μικρός βγήκε έξω και τον κατηγόρησε ότι τη σκότωσε. Ο καφετζής φοβήθηκε και του έδωσε 2 σακιά φλουριά.
Γύρισε στο χωριό ο Μικρός και ο Μεγάλος ,μόλις το έμαθε πήγε να δει τη συμβαίνει. Του διηγήθηκε ότι δε χτύπησε αυτόν, αλλά τη γιαγιά του και ότι πήγε και την πούλησε 2 σακιά φλουριά . Αμέσως ο Μεγάλος Κλάδος ,πήρε τη γιαγιά του και πήγε στην πόλη να την πουλήσει. -2 σακιά χρυσά φλουριά πουλώ τη γιαγιά μου . Η αστυνομία το συνέλαβε και τον έκλεισαν πολλά χρόνια φυλακή.
Τα χρόνια πέρασαν και ο Μεγάλος Κλάδος ,πήγε στο χωριό ,έπιασε το Μικρό ,τον έβαλε σε ένα σακί ,τον έδεσε και πήγε να το ρίξει στη θάλασσα. ΄Ηταν Κυριακή πρωί .Το φορτώθηκε και ξεκίνησε. Στο δρόμο κουράστηκε και σταμάτησε έξω από ένα ξωκλήσι . Μπήκε στο ξωκλήσι να ανάψει κερί και άφησε το σακί έξω. Ο Μικρός που ήταν μέσα άρχισε να φωνάζει.- Δε θέλω να πάω στον παράδεισο . Κάποιος βοσκός που περνούσε από εκεί ,τον άκουσε ,άνοιξε το σακί και το ρώτησε τι συμβαίνει. –Με παίρνουν στον Παράδεισο και δε θέλω. –Θέλω εγώ του λέει ο βοσκός και του χαρίζει τα κοπάδια του ,φτάνει να μπει αυτός στο σακί ,που οδηγεί στον Παράδεισο. ΄Ετσι και έγινε. Ο Μεγάλος Κλάδος ,βγήκε από την εκκλησία ,φορτώθηκε το σακί ,πήγε στη θάλασσα ,το έριξε και πήρε το δρόμο του γυρισμού.
Μόλις έφτασε κοντά στο ξωκλήσι ,βλέπει το Μικρό να βόσκει τα κοπάδια του.- Τι έγινε του λέει ο Μεγάλος. Τώρα δε σε έριξα στη θάλασσα. –Μόλις με έριξες στη θάλασσα και πήγα στο βυθό ,βρήκα τη Βασίλισσα της θάλασσας και μου έδωσε όλα αυτά τα κοπάδια . Ο Μεγάλος τα έχασε και ζήτησε από το Μικρό να το βάλει σε ένα σακί ,να το ρίξει στη θάλασσα ,για να γίνει και αυτός πλούσιος. ΄Ετσι και έγινε. Ο μεγάλος μπήκε στο σακί ,τον έριξε στη θάλασσα και από τότε κανένας δεν τον ξανάδε. Και έζησε ο Μικρός καλά και εμείς καλύτερα.

(Το παραμύθι αυτό μας το έλεγε ο δάσκαλος. Σκληρό για μικρά παιδιά ,αλλά μας άρεσε).

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

" Ο Μεγάλος και ο Μικρός Κλάδος(Παραμύθι)




Μια φορά και ένα καιρό σε ένα χωριό ζούσαν δύο άνθρωποι. Ο μεγάλος Κλάδος ,που ήταν πλούσιος και είχε εννιά άλογα και ο Μικρός κλάδος ,που ήταν φτωχός και είχε ένα άλογο.
Κάθε Κυριακή ο Μικρός δανειζόταν τα εννιά άλογα του Μεγάλου ,για να ζευγαρίζει τα χωράφια του . Καθώς ζευγάριζε ,φώναζε.- ¨Αντε τα δέκα αλογατάκια μου. Οι άνθρωποι που πήγαιναν στην εκκλησία ,τον άκουγα και κάποιος το σφύριξε στο Μεγάλο Κλάδο. Όταν την άλλη Κυριακή ,πήγε να ζητήσει τα άλογα του μεγάλου, του τα έδωσε λέγοντάς του να μην ξαναφωνάζει « ¨Αντε τα 10 αλογατάκια μου» . Ο μικρός πήρε τα άλογα και πήγε στα χωράφια. Ξεχάστηκε και ξαναφώναξε τα ίδια. Μόλις το έμαθε ο Μεγάλος ,πήρε ένα τσεκούρι και του σκότωσε το άλογο. Κλαίγοντας ,πήρε το δέρμα του αλόγου ,το έβαλε σε ένα τσουβάλι και πήγε στην πόλη να το πουλήσει.
Νύχτωσε και χτύπησε την πόρτα κάποιου σπιτιού , για να μείνει τη νύχτα. Η γυναίκα που του άνοιξε ,έκανε τραπέζι σε ένα φίλο της ,που ο άντρας της δεν ήθελε. Πάνω στο τραπέζι είχε όλου του κόσμου τα καλά. Κρέατα ,γλυκά ,φρούτα . Της ζήτησε να το φιλοξενήσει ,αλλά αυτή αρνήθηκε και τον άφησε να μείνει στην αυλή του σπιτιού. Μετά από λίγες ώρες ήρθε ξαφνικά ο άντρας της και η γυναίκα έκρυψε το φίλο της σε μια κασέλα και όλα τα φαγητά τα έβαλε στο φούρνο. Όλα αυτά τα είδε ο Μικρός Κλάδος. Ο άντρας ρώτησε το Μικρό τι κάνει εδώ και αυτός ζήτησε φιλοξενία. Μπήκαν στο σπίτι και ο άντρας της γυναίκας ,της ζήτησε να κάνει κάτι να φάνε. -Είναι αργά του είπε .Τέτοια ώρα δεν έχουμε τίποτα. Ο Μικρός Κλάδος ,είχε στα πόδια του το σακί με το δέρμα του αλόγου και ο άντρας το ρώτησε τι είναι.-
(Συνεχίζεται...

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

" Ο ΄Ακης από τον Αστεράκη-Παραμύθι της Μαργαρίτας Ζαγοριανού-2ο μέρος"



Στον Άκη αρέσει πάρα πολύ και ο αθλητισμός, για αυτό ασχολείται με την ποδηλασία. Έχει πάρει μέρος σε αρκετούς αγώνες. Σε αγώνες ποδηλασίας σε ανώμαλα σύννεφα, σε αγώνες φτερωτών ποδηλάτων και πολλούς ακόμα αγώνες. Μάλιστα σήμερα συμμετέχει σε αγώνα ανάβασης - κατάβασης ουράνιου τόξου. Είναι ένας πολύ δύσκολος αγώνας, γιατί η κατηφόρα του ουράνιου τόξου, είναι πολύ απότομη. Κερδίζει όποιος ανέβει και κατέβει το ουράνιο τόξο τρεις φορές, πιο γρήγορα από τους υπόλοιπους. Ο Άκης, βάζει όλες του τις δυνάμεις για να βγει πρώτος. Ευτυχώς που σήμερα έφαγε τα φρούτα του και γέμισε ενέργεια. Μέχρι στιγμής ο Άκης έχει τρία ποδήλατα μπροστά του και βρίσκονται στην τελευταία διαδρομή. Κάνει πετάλι όσο πιο γρήγορα μπορεί και προσπερνάει τον τρίτο, όμως δεν καταφέρνει να περάσει τον δεύτερο και τον πρώτο. Έτσι ο Άκης τερμάτισε τρίτος. Δεν στεναχωριέται καθόλου, αντιθέτως είναι πολύ χαρούμενος γιατί τα πήγε πολύ καλύτερα από την προηγούμενη φορά. Χαμογελάει και δίνει το χέρι του στον Κώστα που τερμάτισε πρώτος και την Έλλη που τερμάτισε δεύτερη. Δίνει και μια υπόσχεση στον εαυτό του, πως θα συνεχίσει την προπόνηση, για να βγει και εκείνος πρώτος κάποια στιγμή.
Έχει αρχίσει να βραδιάζει σιγά-σιγά και τα αστέρια να φωτίζουν. Ο Άκης πηγαίνει μια βόλτα μέχρι τη Σελήνη. Του αρέσει πριν πάει για ύπνο να κάθεται πάνω της, να διαβάζει το βιβλίο του και να μιλάνε. Η Σελήνη είναι πολύ σοφή και ξέρεις πολλές ιστορίες. Ο Άκης κουβεντιάζει μαζί της, για αυτά που διαβάζει στο βιβλίο του, μέχρι να νυστάξει.
Μετά πηγαίνει στον Αστεράκη, καληνυχτίζει τους φίλους του από το παράθυρο και πριν πάει να κοιμηθεί φωνάζει σε όλη τη γη: «Όνειρα γλυκά!!»

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

"Ο ΄Ακης από τον Αστεράκη"-Παραμύθι της Μαργαρίτας Ζαγοριανού"




Ο Άκης είναι ένα μικρό αγόρι, που ζει στον Αστεράκη. Ο Αστεράκης είναι το δεύτερο αστέρι δυτικά του φεγγαριού και είναι το σπίτι του Άκη. Κάθε πρωί που ξυπνάει ο Άκης, ανοίγει το παράθυρο του σπιτιού του, χαιρετάει τους φίλους του, που ζουν σε άλλα αστέρια και χαζεύει την υπέροχη θέα προς τη γη. Και κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, καληνυχτίζει τους φίλους του, κλείνει τα παράθυρα του Αστεράκη και κοιμάται.
Ο Άκης έχει πολυάσχολη μέρα. Κάθε πρωί ξυπνάει και πηγαίνει στο σχολείο του, το πέμπτο συννεφοδημοτικό με το μποτοσχολικό. Το μποτοσχολικό είναι σαν τα σχολικά που έχουμε στη γη, μόνο που έχει σχήμα μπότας και πετάει στον ουρανό. Ο Άκης πηγαίνει στην τρίτη τάξη. Εκεί μαθαίνει πολλά ωραία και-νούργια πράγματα και στα διαλλείματα παίζει με τους φίλους του. Έχει πολλούς φίλους στο σχολείο, γιατί είναι πολύ ομιλητικός και του αρέσει να προσκαλεί τα υπόλοιπα παιδιά να παίξουν μαζί του. Μοιράζεται πάντα τα πράγματα του και δεν τσακώνεται. Για αυτό όλα τα παιδιά τον αγαπάνε και θέλουν να είναι φίλοι του. Και η δασκάλα του τον αγαπάει, γιατί είναι πολύ ήσυχος μαθητής και επιμελής. Πάντα κάνει τις εργασίες του και συμμετέχει στο μάθημα. Το μεσημέρι, όταν σχολάσει έρχεται το μποτοσχολικό και τον πηγαίνει από το συννεφοδημοτικό στον Αστεράκη.
Όταν πηγαίνει σπίτι, ξεκουράζεται λίγο και μετά κάνει τα μαθήματα του. Το απόγευμα πηγαίνει στα μαγαζιά για να ψωνίσει. Του αρέσει πάρα πολύ να ψωνίζει φρούτα, γιατί έχουν πολύ ωραία γεύση και είναι πολύ θρεπτικά. Του δίνουν ενέργεια για να παίζει πολλές ώρες και τον βοηθάνε να μεγαλώνει γρήγορα. Το καλοκαίρι του αρέσουν πολύ τα καρπούζια και οι φράουλες. Το χειμώνα προτιμάει τα πορτοκάλια. Πάντα, όμως, σταματάει στο μανάβικο της Φραουλίτας της μανάβισσας, για να αγοράσει τα αγαπημένα του μήλα.
Όταν τελειώσει με τα ψώνια του πηγαίνει στην παιδική ουρανοχαρά να βρει τους φίλους του. Εκεί μαζεύονται όλα τα παιδιά και παίζουν για ώρες. Παίζουν κρυφτό και κυνηγητό. Ξεκουράζονται κάνοντας φεγγαρόκουνια, δηλαδή κούνια κρεμασμένη στο φεγγάρι. Το αγαπημένο τους παιχνίδι, όμως, είναι η τοξοτσου-λήθρα, δηλαδή τσουλήθρα πάνω στο ουράνιο τόξο. (Συνέχεια στην επόμενη ανάρτηση)

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

" Το κρυφτό των αστεριών-Παραμύθι της Μαργαρίτας Ζαγοριανού(2ο Μέρος)



- «Φτου ξελευθερία για όλους!», ακούγεται μια φωνή από χαμηλά και το παιδάκι γύρισε να κοιτάξει…
Με δυσκολία είδε ένα μικρό, χλωμό αστεράκι, να στέκεται χαμογελαστό στο μπαλκόνι του δωματίου του, στη θέση που φυλούσε.
Είναι ένα αστεράκι που κάθεται πάντα χαμηλά στον ουρανό. Βγάζει μια πολύ θολή λάμψη. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το έχουν δει ποτέ. Η λάμψη του είναι τόσο θολή που δεν το προσέχουν. Αν ποτέ όμως κοιτάξεις χαμηλά στον ουρανό, θα το δεις πάντα εκεί.
Αυτό το χλωμό και αδύναμο αστεράκι κατάφερε να νικήσει. Έκατσε ήσυχο στη θέση του, δεν έτρεξε να κρυφτεί. Κι όταν το παιδάκι άρχισε να σκαρφαλώνει με μανία για να βρει τα πιο φωτεινά αστέρια, εκείνο κατέβηκε σιγά-σιγά στο μπαλκόνι. Δεν χρειαζόταν σύννεφο να κρυφτεί. Ήξερε πως με την θολή του λάμψη, οι άνθρωποι δεν το προσέχουν. Και είχε δίκιο. Το παιδάκι δεν το πρόσεξε. Παρόλο που το χλωμό αστεράκι είναι μικρούλι και αδύναμο είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Ήξερε πως μπορούσε να κερδίσει το παιχνίδι για τους φίλους του.
- «Φτου ξελευθερία για όλους!», φώναξε πάλι δυνατά το χλωμό αστεράκι και όλα τα αστέρια βγήκαν από τις κρυψώνες τους και άρχισαν να γελάνε.
Το χλωμό αστεράκι ανέβηκε πάλι ψηλά στον ουρανό και άρχισε να γελάει και να διασκεδάζει μαζί με τους φίλους του, τα άλλα αστέρια. Όλα μαζί τα αστέρια σηκώνουν το χλωμό αστεράκι στις κορυφές τους και αρχίζουν να φωνάζουν «Ζήτω! Ζήτω!». Δεν σταματούσαν να του δίνουν συγχαρητήρια και να του λένε πόσο περήφανα είναι για εκείνο.
- «Ξέραμε ότι μπορούμε να βασιστούμε σε σένα», του είπε ένα από τα πιο φωτεινά και δυνατά αστέρια του ουρανού.
Το παιδάκι απογοητεύτηκε πολύ. Έχασε από ένα μικρό, χλωμό αστεράκι. Τα πιο φωτεινά και δυνατά αστέρια τα βρήκε. Στεναχωρήθηκε και είπε στον εαυτό του:
- «Βρήκα τα καλύτερα αστέρια. Βρήκα τα πιο δυνατά αστέρα. Όμως ένα μικρό, ήσυχο, αδύναμο αστεράκι με νίκησε. Είναι αδικία!»
Κατέβηκε στη γη με το κεφάλι χαμηλά για την ήττα του από κάποιον τόσο αδύναμο.
Όταν κατέβηκε έκατσε στο μπαλκόνι του δωματίου του και κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Τα αστέρια χόρευαν και τραγουδούσαν όλα μαζί. Πανηγύριζαν τη νίκη τους. Έτσι όπως διασκέδαζαν και γελούσαν όλα μαζί έβγαζαν την πιο δυνατή λάμψη τους. Μια λάμψη τόσο δυνατή που το ένα αστέρι φώτιζε το άλλο. Πλέον ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει πιο ήταν το χλωμό αστεράκι με τη θολή λάμψη που το νίκησε. Όλα τα αστέρια φαινόντουσαν ίσα πάνω στον ουρανό.
- «Είναι λες και με νίκησαν όλα μαζί και όχι μόνο του το μικρό αστεράκι.», είπε το παιδάκι στον εαυτό του.
Δεν το ένοιαζε πλέον που έχασε. Κατάλαβε πως κανένα αστέρι δεν είναι πιο ασήμαντο ή πιο αδύναμο. Κάθε αστέρι είναι διαφορετικό. Το κάθε αστέρι έχει τη δική του λάμψη, το δικό του μέγεθος και τη δική του δύναμη. Μια δύναμη που κάνει κάθε αστέρι, είτε μικρό είτε μεγάλο, είτε θολό είτε λαμπερό, να είναι δυνατό. Κατάλαβε πως δεν έχασε από το πιο αδύναμο αστέρι. Έχασε από τον συνδυασμό των αστεριών και την ομαδικότητα τους. Η εμπιστοσύνη που έδειχνε το ένα αστέρι στο άλλο. Η αγάπη και η φιλία των αστεριών. Η διάθεση τους να παίξουν για να περάσουν καλά και όχι για να νικήσουν. Αυτά τα μικρά πραγματάκια νίκησαν το παιδάκι.
Το παιδάκι έπαιζε για τη νίκη. Ο ζήλος του να βρει τα πιο φωτεινά και δυνατά αστέρια το τύφλωσαν και δεν είδε το χλωμό αστεράκι. Έπαιξε για τη νίκη και έχασε τη διασκέδαση. Στεναχωρήθηκε πολύ που έχασε και δεν έμεινε στον ουρανό να συγχαρεί τα αστέρια. Κατέβηκε βιαστικά στο μπαλκόνι του δωματίου του και έχασε τους χορούς και τα τραγούδια. Έχασε την διασκέδαση την ώρα που έπαιζε κρυφτό πίσω από τα σύννεφα. Έχασε και την διασκέδαση μετά το παιχνίδι. Τα έχασε λόγω του ζήλου του για τη νίκη.
Δεν ήταν πλέον απογοητευμένο με την ήττα του. Ήταν στεναχωρημένο που δεν διασκέδασε.
- «Την επόμενη φορά που θα παίξω, θα διασκεδάσω», είπε στον εαυτό του.
Το παιδάκι κουράστηκε και νύσταξε με τόσο τρέξιμο στα σύννεφα. Πήγε στο κρεβάτι του και ξάπλωσε κάτω από τα σκεπάσματα. Κοίταξε ψηλά και έκανε μια ευχή:
- «Μακάρι, αύριο όταν ξυπνήσω όλος ο κόσμος να σκέφτεται και να φέρεται όπως τα αστέρια εκεί πάνω. Όλα θα είναι πιο όμορφα τότε.»
Έκλεισε τα ματιά του και λίγο πριν κοιμηθεί ψιθύρισε:
- «Καληνύχτα αστέρια.»

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

"Το κρυφτό των αστεριών-Παραμύθι της Μαργαρίτας Ζαγοριανού-(1ο μέρος)



Τα αστέρια ξυπνάνε τη νύχτα και φωτίζουν τον ουρανό με τη δυνατή τους λάμψη. Για να διασκεδάσουν παίζουν ένα περίεργο παιχνίδι στον ουρανό. Κρυφτό πίσω από τα σύννεφα, λέγεται το παιχνίδι.
Το κρυφτό πίσω από τα σύννεφα είναι πολύ πιο διασκεδαστικό από το απλό κρυφτό. Τα σύννεφα κουνιούνται συνέχεια. Ο αέρας τα κάνει να πηγαίνουν μια δεξιά και μια αριστερά. Τα αστέρια που κρύβονται πρέπει να αλλάζουν συνεχώς κρυψώνες. Αν μείνουν ακίνητα σίγουρα θα φανερωθούν. Το αστέρι που ψάχνει να βρει τα αστέρια που έχουν κρυφτεί έχει δύσκολη δουλειά να κάνει. Όπως μπερδεύονται τα σύννεφα μεταξύ τους ποτέ δεν είναι σίγουρο πίσω από ποιο σύννεφο έψαξε και πίσω από ποιο σύννεφο δεν έψαξε.
Τα παιδιά την νύχτα κοιμούνται. Μια νύχτα όμως, ένα παιδάκι δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Το παιδάκι πήγε στο μπαλκόνι του δωματίου του και κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Είδε τα αστέρια να παίζουν όλα μαζί κρυφτό πίσω από τα σύννεφα και ζήλεψε. Ήθελε να παίξει και αυτό. Βγήκε, λοιπόν, έξω στο μπαλκόνι και φώναξε ψηλά στον ουρανό:
- «Να παίξω κι εγώ μαζί σας, παρακαλώ;»
- «Έλα, έλα!», απάντησαν όλα μαζί τα αστέρια.
- «Ωραία!», απάντησε το παιδάκι με ενθουσιασμό, «Εγώ θα φυλάω και εσείς θα κρυφτείτε. Εντάξει;», ρώτησε τα αστέρια.
- «Εντάξει.», απάντησαν εκείνα πάλι όλα μαζί και άρχισαν να τρέχουν για να κρυφτούν.
Το παιδάκι έκλεισε αμέσως τα μάτια του και άρχισε να μετράει… «5, 10, 15 … Φτου και βγαίνω!»
Άπλωσε το χέρι του ψηλά, πιάστηκε από ένα σύννεφο και σκαρφάλωσε στον ουρανό. Κοίταξε πίσω από το σύννεφο, μα δεν υπήρχε κανένα αστέρι. Χωρίς να απογοητευτεί και να χάσει χρόνο, έπιασε ένα άλλο σύννεφο που περνούσε εκείνη την ώρα από δίπλα του. Το τράβηξε στην άκρη και πίσω από το σύννεφο εμφανίστηκε ένα αστέρι.
- «Σε είδα!», φώναξε με κέφι για το πρώτο αστέρι που βρήκε.
Συνέχισε να σκαρφαλώνει στα σύννεφα και πολύ γρήγορα βρήκε και άλλα αστέρια. Ένα πίσω από ένα σύννεφο, ένα λίγο πιο μακριά, ένα που δεν πρόλαβε να κρυφτεί ξανά όταν ο αέρας μετακίνησε το σύννεφο στο οποίο κρυβόταν.
- «Κι εσένα σε είδα, βγες έξω!», φώναξε σε ένα λαμπερό αστέρι, που η λάμψη του το πρόδωσε.
Κατάφερε να βρει τα πιο μεγάλα και φωτεινά αστέρια. Ένοιωθε ευτυχία που μπόρεσε να νικήσει τα πιο δυνατά αστέρια και συνέχισε να ψάχνει για τα μικρά, αδύναμα αστεράκια. Γύριζε το βλέμμα δεξιά και αριστερά. Έσπρωχνε με τα χέρια του τα σύννεφα και σκαρφάλωνε πάνω σε άλλα για να φτάσει πιο ψηλά. Έτρεχε προς όλες τις μεριές. Πήγαινε δεξιά. Πήγαινε αριστερά. Πήγαινε πάνω. Πήγαινε κάτω. Πήγαινε παντού.
Ξαφνικά βλέπει ένα μικρό αστεράκι να τρέχει να κρυφτεί.
- «Επ, σε είδα. Μην τρέχεις!», του φώναξε.(Συνεχίζεται)........

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

" Νότης-Ένα αστέρι από Νότες(Παραμύθι) της Μαργαρίτας Ζαγοριανού.-Μέρος 2ο"



Μια μέρα, ενώ έκανε βόλτα μόνος του στον ουρανό, σιγομουρμούριζε κάποιο σκοπό. Ένα άλλο αστέρι, η Αστερίνα, έτυχε να περάσει από δίπλα του και τον άκουσε. Της άρεσε πολύ ο σκοπός και τον ρώτησε:
- «Τι ρυθμός είναι αυτός που μουρμουρίζεις Νότη;»
- «Τίποτα, εντάξει;», είπε νευριασμένα ο Νότης και συνέχισε, «Ξέρω πως είμαι άφωνος! Δεν τραγουδάω, τίποτα!»
Ο Νότης νόμιζε πως η Αστερίνα ήθελε να τον κοροϊδέψει άλλη μια φορά για τη φωνή του. Ήταν πολύ απότομος μαζί της και με το που τελείωσε αυτά που έλεγε, πήγε να φύγει. Όμως η Αστερίνα τον σταμάτησε.
- «Όχι, αλήθεια. Τι ρυθμός είναι αυτός; Που τον άκουσες; Είναι πάρα πολύ ωραίος.», είπε η Αστερίνα προσπαθώντας να κάνει τον Νότη να αισθανθεί καλύτερα.
Η Αστερίνα κατάλαβε πως με τη συμπεριφορά τους τόσο καιρό έκαναν τον Νότη να αισθάνεται πολύ άσχημα και να νομίζει πως τα κάνει όλα λάθος.
- «Αλήθεια λες;», ρώτησε δειλά ο Νότης.
- «Ναι, αλήθεια.», απάντησε η Αστερίνα με χαμόγελο, «Που τον άκουσες;»
- «Πουθενά», απάντησε ο Νότης
- «Δικός σου ρυθμός είναι;», ξαναρώτησε η Αστερίνα.
- «Ναι…», απάντησε πάλι δειλά ο Νότης.
- «Είναι πάρα πολύ ωραίος! Έχεις ταλέντο να γράφεις μουσική εσύ.», του είπε η Αστερίνα και έφυγε γιατί είχε δουλείες.
Ο Νότης κατάλαβε ότι τόσο καιρό είχε το ταλέντο του μπροστά του και δεν το ήξερε. Κατάλαβε πως βιάστηκε να παρατήσει την προσπάθεια. Τώρα όμως που το ανακάλυψε θα το καλλιεργούσε.
Πήγε αμέσως και αγόρασε μια κιθάρα. Για πολύ καιρό έκανε συνέχεια μαθήματα και εξάσκηση. Όταν έμαθε να παίζει καλά κιθάρα, άρχισε να γράφει μελωδίες. Μετά έκανε πρόβες ξανά και ξανά, μέχρι να είναι σίγουρος για τον εαυτό του.
Όλο αυτό τον καιρό η Αστερίνα τον βοηθούσε και τον στήριζε. Μαζί έβαλαν στίχους στις μελωδίες του. Και κάποια στιγμή, είπε ο Νότης στην Αστερίνα, η οποία είχε πολύ όμορφη φωνή:
- «Θέλω να τραγουδήσεις εσύ αυτά τα τραγούδια. Θα το κάνεις για μένα;»
Εκείνη δέχτηκε με χαρά και άρχισαν να κάνουν πρόβες μαζί. Ο Νότης έπαιζε κιθάρα και η Αστερίνα τραγουδούσε.
Μια μέρα, μετά από πολλή εξάσκηση, σε μια πρόβα η Αστερίνα είπε στον Νότη.
- «Όλα ακούγονται τέλεια.»
Αποφάσισαν, λοιπόν, πως ο Νότης ήταν έτοιμος να δείξει το ταλέντο του. Θα έκανε μια συναυλία, στην οποία θα έπαιζε τις μελωδίες του και η Αστερίνα θα τραγουδούσε. Μέχρι να έρθει η μέρα της συναυλίας, συνέχιζαν να κάνουν πρόβες, για να πάνε όλα καλά.
Όταν ο Νότης ανακοίνωσε την ημερομηνία της συναυλίας στα άλλα αστέρια φοβήθηκε ότι δε θα ερχόντουσαν. Όμως, η Αστερίνα, που ήταν αγαπητή από όλα τα αστέρια, είπε σε όλους πόσο καλός ήταν ο Νότης.
Τη μέρα της συναυλίας, όταν ο Νότης άρχισε να παίζει μουσική, όλα τα αστέρια τον άκουγαν. Όλα μαζί χειροκροτούσαν και ζητωκραύγαζαν.
Η συναυλία είχε επιτυχία. Οι μελωδίες ήταν υπέροχες, αφού αυτό ήταν το ταλέντο του Νότη. Όσο έπαιζε κιθάρα ο Νότης δεν έκανε κανένα λάθος και η Αστερίνα τραγουδούσε πολύ όμορφα. Οι πολλές πρόβες τους και η συνεργασία τους είχαν ένα πολύ όμορφο αποτέλεσμα.
Όταν τελείωσε η συναυλία, όλοι έλεγαν συγχαρητήρια στο Νότη και στην Αστερίνα. Πολλά αστέρια ζήτησαν συγγνώμη από το Νότη για την παλιά συμπεριφορά τους. Ο Νότης, που είχε καλή καρδιά και δεν κρατούσε κακία μέσα του, τους συγχώρεσε. Όλα μαζί τα αστέρια άρχισαν, τότε, να τραγουδάνε πάνω στην υπέροχη μουσική που έπαιζε ο Νότης
Εκείνη ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα του Νότη. Ήταν τόσο χαρούμενος, που η λάμψη του έγινε πιο δυνατή. Και έμεινε για πάντα δυνατή, αφού δεν ένοιωθε πλέον στεναχώρια και αγαπούσε τον εαυτό του.
Από εκείνη τη μέρα ο Νότης και η Αστερίνα έγιναν οι πιο καλοί φίλοι. Τα αστέρια ζούνε αγαπημένα πάνω στον ουρανό και μιλάνε όλα μεταξύ τους. Κανένα αστέρι δεν είναι θλιμμένο και ο ουρανός είναι πιο φωτεινός. Αν κάποιο αστέρι στεναχωριέται τα υπόλοιπα το βοηθάνε να νοιώσει καλύτερα.
Αν κάποια νύχτα δείτε ακόμα πιο λαμπερά τα αστέρια, ο Νότης θα κάνει συναυλία και όλα μαζί θα διασκεδάζουν, θα τραγουδάνε και θα γελούν. Γιατί από εκείνη τη μέρα ‘ζησαν τα αστέρια καλά και εμείς ακόμα καλύτερα.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Νότης -΄Ενα αστέρι από Νότες(Παραμύθι) της Μαργαρίτας Ζαγοριανού"



Από το blog μας έχουμε υποχρέωση να προβάλλουμε Μεσαναγρενούς που ξεχωρίζουν και προπάντων τα νέα παιδιά. ΄Εχω αναφέρει και άλλες φορές ότι μπορεί να είμαστε μικρό χωριουδάκι , αλλά έχουμε την τύχη οι άνθρωποί του να το αγαπούν και αρκετοί από αυτούς να διαπρέπουν ,να ξεχωρίζουν και να καταλαμβάνουν σπουδαία πόστα στην κοινωνία της Ρόδου.
Η Μαργαρίτα Ζαγοριανού είναι ένα νέο παιδί ,φοιτήτρια στο Μαθηματικό Τμήμα του Ηρακλείου Κρήτης ,πέρασε στη Σχολή από τα πρώτα παιδιά και τώρα βρίσκεται στο τελευταίο έτος. Πέρα από τις σπουδές της ασχολείται με το γράψιμο. Αγαπά πολύ τα μικρά παιδιά και άρχισε να γράφει παραμύθια για αυτά. Πιστεύουμε στην εξέλιξή της και διαβάζοντας τα παραμύθια της διαπιστώσαμε ευαισθησία και ταλέντο. Η Μαργαρίτα κατάφερα να παντρέψει τους αριθμούς ,Μαθηματικός σπουδάζει, με την τρυφερότητα που διακρίνει τα μικρά παιδιά και να γράφει για αυτά.

Συγχαρητήρια Μαργαρίτα ,να είσαι πάντα καλά και συνέχισε να γράφεις ,γιατί το ταλέντο υπάρχει.

Εμείς θα δημοσιεύσουμε κάποια από τα παραμύθια της και πιστεύουμε ότι τα παιδιά και οι μεγάλοι που θα τα διαβάσουν , θα μείνουν ευχαριστημένοι και ενθουσιασμένοι . Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα αστεράκι, ο Νότης. Ο Νότης ζούσε μαζί με όλα τα αστέρια ψηλά στον ουρανό. Ήταν ένα πολύ μικρό αστεράκι και κανένα από τα άλλα αστέρια δεν του έδινε σημασία και κανένα δεν του μιλούσε. Εκείνος μιλούσε σε όλα τα αστέρια, αλλά κανένα δεν του απαντούσε. Ο Νότης ήταν πολύ στενοχωρημένος για αυτό.
Κάθε μέρα προσπαθούσε να κάνει τα άλλα αστέρια να τον προσέξουν. Δεν κατάφερνε κάτι όμως. Τους μιλούσε, έκανε αστεία, προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή τους, όμως τίποτα. Τα άλλα αστέρια περνούσαν από δίπλα του σα να ήταν αόρατος. Τις σπάνιες φορές που του μιλούσαν, ήταν για να τον κοροϊδέψουν για το πολύ μικρό του μέγεθος.
Το φεγγάρι, εκεί ψηλά στον ουρανό, τα βλέπει όλα. Βλέπει τι κάνουν τα αστέρια, βλέπει τον λαμπερό ήλιο που κρύβεται τη νύχτα, βλέπει και τους πλανήτες που κάνουν κύκλους συνεχώς. Έβλεπε, λοιπόν, και τη συμπεριφορά των υπόλοιπων αστεριών στον μικρούλι Νότη και στεναχωριόταν πολύ. Ο Νότης μπορεί να ήταν μικρός, αλλά ήταν ένα πολύ όμορφο αστέρι και κυρίως ένα αστέρι με πολύ καλή καρδιά.
Αποφάσισε, λοιπόν, το φεγγάρι να βοηθήσει τον Νότη. Σκεφτόταν μέρες και νύχτες τι θα μπορούσε να κάνει για να τον βοηθήσει. Και μια νύχτα αποφάσισε να τον φωνάξει και να του μιλήσει για το χάρισμα του. Ένα χάρισμα που είχε ο Νότης από τη στιγμή που δημιουργήθηκε και δεν τον ήξερε.
- «Ε, εσύ εκεί, αστεράκι! Έλα εδώ που θέλω να σου μιλήσω», είπε το φεγγάρι στο Νότη.
- «Ποιος; Εγώ;», απόρησε ο Νότης, που κάποιος του μιλούσε.
- «Ναι, εσύ Νότη. Έλα εδώ. Θέλω να μιλήσουμε», απάντησε το φεγγάρι.
Ο Νότης δεν έχασε ευκαιρία και πήγε γρήγορα στο φεγγάρι.
- «Νότη, ξέρεις πως εγώ βλέπω όλα όσα γίνονται στον ουρανό. Και τα ξέρω όλα. Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το κρυφό σου χάρισμα», του είπε με γλυκιά φωνή το φεγγάρι.
- «Το ποιο;», ρώτησε γεμάτος αγωνία ο Νότης.
- «Το κρυφό σου χάρισμα. Όλοι έχουν κάποιο χάρισμα. Άλλοι το ξέρουν από νωρίς και άλλοι όχι, όμως όλοι έχουν.», του εξήγησε το φεγγάρι.
- «Εγώ δεν έχω κανένα χάρισμα. Είμαι ένα μικρό αστέρι. Τι χάρισμα μπορεί να έχω;», είπε λυπημένα ο Νότης.
- «Όλοι έχουν σου είπα.», είπε αυστηρά το φεγγάρι και συνέχισε με πιο γλυκιά φωνή, «Εσύ έχεις ένα χάρισμα από τότε που γεννήθηκες.»
- «Δεν καταλαβαίνω…», είπε ο Νότης μπερδεμένος.
- «Θα σου εξηγήσω. Αλλά πρώτα θα σου πω πως γεννήθηκες.», άρχισε να εξηγεί το φεγγάρι, «Όπως ξέρεις κάθε αστέρι δημιουργείται από κάτι που ταξιδεύει στον ουρανό. Άλλα αστέρια δημιουργούνται από ευχές. Άλλα αστέρια δημιουργούνται από ελπίδες. Άλλα αστέρια δημιουργούνται από χαμόγελα. Εσύ ξέρεις από τι δημιουργή-θηκες;»
- «Όχι, δεν έχω ιδέα», απάντησε ο Νότης.
- «Εσύ δημιουργήθηκες από νότες. Από εκεί πήρες και το όνομα σου.», είπε το φεγγάρι.
- «Νότες;», απόρησε ο Νότης.
- «Ναι, νότες. Για αυτό και το ταλέντο σου είναι στη μουσική. Ψάξε και θα το βρεις. Φύγε τώρα. Ήδη σου είπα περισσότερα από αυτά που θα έπρεπε.», είπε το φεγγάρι και γύρισε από την άλλη μεριά.
Ο Νότης έφυγε γεμάτος απορίες. Όμως λίγο μετά άρχισε να κάνει όνειρα για το μέλλον. Αν είχε ταλέντο στη μουσική, αυτό σήμαινε πως μπορούσε να τραγουδήσει. Αν τραγουδούσε μπροστά σε όλα τα αστέρια, εκείνα θα τον πρόσεχαν. Θα μαγευόντουσαν όλα από τη φωνή του. Θα του μιλούσαν και θα άρχιζαν να κάνουν παρέα μαζί του. Σιγά-σιγά θα αποκτούσε φίλους και δεν θα ήταν πλέον μόνος. Θα τον θαύμαζαν όλα τα αστέρια για τη φωνή του και θα γινόταν το πιο διάσημο αστέρι όλου του ουρανού. Θα ήταν αγαπητός σε όλους. Κανένα αστέρι δε θα του γυρνούσε την πλάτη και κανένα δεν θα τον κορόιδευε.
Την ίδια στιγμή φώναξε όλα τα αστέρια και τους είπε πως είχε μια μικρή έκπληξη. Τα άλλα αστέρια δεν του έδωσαν σημασία. Αλλά ο Νότης δεν παραιτήθηκε αυτή τη φορά. Συνέχισε να προσπαθεί, μέχρι τη στιγμή που έκανε όλα τα αστέρια να τον ακούσουν.
- «Θα σας τραγουδήσω», τους ανακοίνωσε.
Ο Νότης άρχισε να τραγουδάει μπροστά σε όλα τα αστέρια. Όμως η φωνή του δεν ήταν αυτό που περίμενε. Ήταν τελείως παράφωνος. Τα υπόλοιπα αστέρια άρχι-σαν να γελάνε μαζί του και να τον κοροϊδεύουν. Ο Νότης, κατέβασε το κεφάλι και έφυγε πιο λυπημένος από ποτέ. Πήγε νευριασμένος στο φεγγάρι να το ρωτήσει γιατί του είπε ψέματα.
- «Γιατί μου είπες ψέματα; Γιατί;», ρώτησε ο Νότης το φεγγάρι γεμάτος θλίψη και θυμό.
- «Δε σου είπα ψέματα.», απάντησε ήρεμα το φεγγάρι.
- «Πως δε μου είπες; Μου είπες! Είπες πως έχω ταλέντο στη μουσική, αλλά δεν υπάρχει πιο άφωνο αστέρι από μένα.», είπε θυμωμένα ο Νότης.
- «Σου είπα πως έχεις ταλέντο στη μουσική, όχι καλή φωνή. Εσύ βιάστηκες να βγάλεις συμπεράσματα. Άκουσες τη φωνή σου πριν τραγουδήσεις μπροστά σε όλους;», ρώτησε το φεγγάρι.
- «Όχι…», απάντησε ο Νότης κατεβάζοντας το κεφάλι, τώρα που κατάλαβε το λάθος του.
- «Ψάξε το ταλέντο σου, καλλιέργησε το και μετά προσπάθησε να το χρησιμο-ποιήσεις.», είπε το φεγγάρι
- «Δε θα μου πεις ποιο είναι;», ρώτησε ο Νότης.
- «Ήδη σου είπα πάρα πολλά.», είπε το φεγγάρι και γύρισε πάλι από την άλλη μεριά.
Ο Νότης έφυγε με περισσότερες απορίες από πριν. Άρχισε να ψάχνει ποιο μπορεί να ήταν το ταλέντο του. Έψαξε πολλές ώρες χωρίς αποτέλεσμα και πέρασαν πολλές μέρες χωρίς να βρει κανένα ταλέντο. Ήταν για άλλη μια φορά απογοη-τευμένος. Τα άλλα αστέρια κάθε φορά που τον έβλεπαν τον κορόιδευαν για τη φωνή του. Έτσι αποφάσισε να παρατήσει την προσπάθεια.Μια μέρα, ενώ έκανε βόλτα μόνος του στον ουρανό, σιγομουρμούριζε .(Συνέχεια στην επόμενη ανάρτηση)