Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Αέρας εις την πρύμνη σου (Παραμύθι)

 





       

Αέρας εις την πρύμνη σου  (Παραμύθι) 

          Μια φορά και έναν καιρό, ένας άνθρωπος που ζούσε στην πόλη, κουρασμένος από τη ζωή, θέλησε να πάει μια βόλτα στην εξοχή για να ξεδώσει. Φτάνοντας σε μια παραλία είδε να περνάει από κοντά ένα καράβι. Έβγαλε το μαντήλι του και άρχισε να το κουνάει χαιρετώντας τους. Το καράβι πλησίασε στη στεριά, γιατί νόμιζαν ότι ζητά βοήθεια, κατέβασαν μια βάρκα και βγήκαν στη στεριά. «Τι έπαθες και θέλεις βοήθεια;». «Μα δε ζήτησα βοήθεια, απλώς σας χαιρετάω». Οι ναύτες θύμωσαν, του έδωσαν μερικές ξυλιές και του είπαν. Όταν βλέπεις ανθρώπους θα λες: Αέρας εις την πρύμνη σου κι αέρας στα πανιά σου, πουλί- πουλί πετάμενο να μη βρεθεί μπροστά σου. Κουρασμένος, δαρμένος, προχώρησε σε μια πλαγιά ψάχνοντας ένα μέρος να ξεκουραστεί. Από μακριά βλέπει έναν κυνηγό, ο οποίος από το πρωί δεν είχε καταφέρει να σκοτώσει κάποιο θήραμα. «Γεια σου», του λέει και θυμήθηκε τι του είπαν να λέει οι ναύτες και λέει στον κυνηγό: «Αέρας εις την πρύμνη σου κι αέρας στα πανιά σου, πουλί- πουλί πετάμενο να μη βρεθεί μπροστά σου». Ο κυνηγός στενοχωρημένος που δεν είχε κάνει ούτε ένα λαγό, του είπε να μη λέει αυτά τα λόγια, αλλά αυτά που θα του πει: «Πέντε πέντε την ημέρα και εκατό την εβδομάδα», εννοώντας θηράματα. Κατηφορίζοντας την πλαγιά βλέπει ένα χωριό και κατευθύνθηκε προς τα κει, για να φάει και να πιει κάτι. Μόλις πλησίασε στην είσοδο του χωριού, συνάντησε μια πομπή από τους χωριανούς, που πήγαιναν να θάψουν ένα νεκρό. Τους πλησίασε και είπε: «Γεια σας χωριανοί. Πέντε πέντε την ημέρα και εκατό την ε βδομάδα». Οι χωριανοί εξαγριώθηκαν και τον ξυλοφόρτωσαν, γιατί θεώρησαν τα λόγια του κατάρα. «Τι να λέω, βρε παιδιά;». «Να λες, ο Θεός συγχωρέσει σας». Μπαίνει στο χωριό, βλέπει ένα εστιατόριο και μπήκε να φάει. Παράγγειλε όλα τα καλά του κόσμου και σηκώθηκε να φύγει χωρίς να πληρώσει, δεν είχε και χρήματα, βλέπετε. Οι σερβιτόροι του ζήτησαν να πληρώσει, αλλά αυτός αρνήθηκε. Φώναξαν το μάγειρα και αυτός του ζήτησε να πληρώσει. Η απάντησή του; «Ο Θεός συγχωρέσει σας». Ο μάγειρας του έριξε μια με την κουτάλα στο κεφάλι, που έβγαλε ένα καρούμπαλο. Φεύγοντας από το εστιατόριο, συνάντησε έναν γνωστό του, που τον ρώτησε τι έπαθε. Αυτός με μεγάλη ψυχραιμία του είπε: «Μην κοιτάτε τη σπαστή» (χτυπημένο κεφάλι). «Κοιτάτε την παραγεμοστή» (εννοώντας την γεμάτη κοιλιά του). Έφυγε ευτυχισμένος και έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου