Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

"ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ"

                                                            

                                                      


                                                       Αξέχαστες παιδικές στιγμές


Τα παιδικά μας χρόνια ήταν όπως των παιδιών της εποχής εκείνης. Δύσκολα ,σκληρά .Από μικροί στα βάσανα. Δε θυμάμαι να χορτάσαμε παιχνίδι σαν παιδιά.   Σχολείο βλέπετε είχαμε και  απογευματινό. Έπρεπε λοιπόν κάποια ώρα να φέρουμε  νερό από τη βρύση ,να  ταϊσουμε  τις κότες ,να καθαρίσουμε το κελάρι( στάβλο ζώων) και το χειμώνα  να έχουμε αναμμένη φωτιά και τουλάχιστο τηγανισμένες πατάτες ή κάτι άλλο. Οι γονείς μας το πρωί στα κατσίκια και το απόγευμα  ασχολιόταν με τη γεωργία, για να τα φέρουν βόλτα.
       Τι γινόταν ,όταν δεν γίνονταν όλα αυτά ,δε θα΄θελα να το θυμάμαι. Η βούρλενη σκούπα καθάριζε. . Προσπαθούσαμε να βρούμε χρόνο για να παίξουμε.  Και τι δεν παίζαμε την εποχή εκείνη. Μπάλα, κρυφτό, καρούλια, τάγκα, κυνηγητό, τρέξιμο ,τροχούς. Κάθε εποχή είχε και το δικό της παιχνίδι. Η τάγκα  ήταν ένα πιο μεγάλο ξύλο και υπήρχε ακόμη ένα πιο μικρότερο ,το ταγκί.΄Ηταν επικίνδυνο παιχνίδι ,γιατί όπως έφευγε το ταγκί  μπορούσε να σου βγάλει το μάτι. Ατυχήματα είχαμε αλλά ευτυχώς όχι άσχημα.
Ενώ προσπαθούσαμε να βρούμε χρόνο για να παίξουμε  ,να΄ναι και ο δάσκαλος που απαγόρευε τα παιχνίδια μετά από κάποια ώρα. Εμείς όμως βρίσκαμε τρόπο παρά τις τιμωρίες.
    Στο δρόμο καθώς περπατούσαμε έπρεπε να χαιρετούμε ;οποιο  βρίσκαμε .Το καλησπέρα και καλημέρα αντηχούσε στους δρόμους του χωριού. Αλίμονο στο μαθητή που δε χαιρέτησε μεγαλύτερό του. Και όχι μόνο αυτό. ΄Επρεπε  να κάνουμε θελήματα στους μεγαλύτερους. Σκεφτόσουν να κυκλοφορήσεις.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

" Ο ΤΕΛΑΛΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ"


                                      
                             



                                           Ο ΤΕΛΑΛΗΣ ΤΟΥ  ΧΩΡΙΟΥ

  Και τι δε φέρνει στη μνήμη μου ,η λέξη Τελάλης.  Αξέχαστα χρόνια ,γεμάτα  εκπλήξεις ,τάξη και αγνότητα.  Στο χωριό υπήρχε ο Προεστός  ,το Κοινοτικό Συμβούλιο που εκλεγόταν από τον κόσμο και συνεδρίαζε στο Δημαρχείο ,για να λύνει τα  προβλήματα.Όταν συνεδρίαζε το Συμβούλιο οι χωριανοί έπρεπε  να ειδοποιηθούν ,για να ενημερωθούν και να παρακολουθήσουν τη συνεδρίαση. Υπήρχε λοιπόν ένας άνθρωπος ,που ήταν υπάλληλος της Κοινότητας ,με βροντώδη φωνή, που γύριζε το χωριό και «τελαλούσε » .
    -«Κύριοι ακούσατε καλά. Σήμερα στις 8 το βράδυ θα συνεδριάσει το Κοινοτικό Συμβούλιο ,για να αποφασίσει τον ορισμό των βοσκοτόπων».
    Τα λόγια αυτά τα επαναλάμβανε αρκετές φορές  στα καίρια σημεία του χωριού , για να τα ακούσουν όλοι.
     Οτιδήποτε γινόταν στο χωριό ,ερχομός κάποιου σινεμά, κάποιου επίσημου κλπ, οι χωριανοί το μάθαιναν με αυτόν τον τρόπο.
      Εμείς οι μικροί τότε ακολουθούσαμε τον Τελάλη και προσπαθήσουμε να τον μιμηθούμε φωνάζοντας .Αυτός εκνευριζόταν και μας φοβέριζε με το όνομα του Δασκάλου ,που ήταν ο φόβος και ο τρόμος μας.
      ¨Όταν ερχόταν Ο Ταξιλάρης ,ο Εισπράκτορας φόρων , τότε τον ακολουθούσαμε και φωνάζαμε ,για να καλύψουνε τη φωνή του να μην ακουστεί από τους χωριανούς, για ευνόητους λόγους.
     -Μα γιατί δεν έρχονται  να πληρώσουν σήμερα….Η δικαιολογία ….δεν ακούσαμε.
             Αργότερα βγήκαν τα Μεγάφωνα και από το Γραφείο ο Γραμματέας ειδοποιούσε τον κόσμο ,για τα συμβαίνοντα και έτσι η συμπαθητική φιγούρα του Τελάλη χάθηκε όπως χάθηκαν τόσα και τόσα πράγματα.

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

" Παλιές καθημερινές ιστορίες"





                                                               




                                     ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (6)

Πόσες ιστορίες ξεκαρδιστικές ,δεν έχουμε ακούσει μικροί… Είχαν τον τρόπο τους οι παλιοί να τις αλατίζουν , να βάζουν πιπέρι και να τις κάνουν ελκυστικές. Σε πολλές από αυτές πρωταγωνιστές  ήμασταν και εμείς τα παιδιά. Είχαν να λένε για κάποιους αφηρημένους  που ξεχνούσαν  και δε θυμόντουσαν πολλά πράγματα.
    Ένα πρωινό  ένας γεροντάκος πήρε το γαϊδουράκι του ,πήρε το μανάρι και τον ταχρά ,τα σύνεργα ,για να πάει να κόψει ξύλα. Ερχόταν χειμώνας βλέπετε. Κάθισε στο γαϊδουράκι και στα  χέρια του κρατούσε το μανάρι.
   Μετά από αρκετή ώρα γύρισε πίσω και καθώς περνούσε  μπροστά από το καφενείο , κάποιος χωριανός το ρώτησε .
-         Δε βρήκες ξύλα Μπάρμπα, νωρίς γύρισες.
-         Ξύλα είχε παιδάκι μου ,αλλά λησμόνησα να πάρω το μανάρι μαζί μου. Πώς θα τα κόψω.
-         Και αυτό που κρατάς στα χέρια σου τι είναι…
-         Κόκκαλο, ο γεροντάκος.
Γύρισε πίσω το γαϊδουράκι  του και ξαναπήγε να κόψει ξύλα , φτάνει να μην είχε λησμονήσει κάτι άλλο.
     Καλοκαίρι και τα παιδιά ήταν οι κουβαλητές των σιταριών. Μας φόρτωναν στα γαϊδουράκια τα γομάρια τα στάχυα και πηγαίναμε να τα ξεφορτώσουμε στα αλώνια Εμείς καθόμασταν στη μέση ,πάνω στο σαμάρι. Πολλές φορές λόγω της ζέστης και της μεγάλης απόστασης , μας έπαιρνε ο ύπνος καθώς οδηγούσαμε τα ζώα στα αλώνια.
   ¨Ένα μεσημέρι οδηγώντας τα ζώα φορτωμένα  ,με πήρε ο ύπνος. Ο δρόμος ήταν στενός. ΄Ισα ίσα  που χωρούσε ένα ζώο. Από την απέναντι μεριά ερχόταν ένας άλλος χωριανός μεγαλύτερος ,καθισμένος και αυτός πάνω στο ζώο και δυστυχώς και αυτός κοιμόταν. Όταν πλησίασαν τα ζώα το ένα το άλλο ,το δικό μου πήγε από τη μέσα μεριά και το άλλο από την έξω. Από την κάτω μεριά υπήρχε μικρός γκρεμός.  Ξαφνικά, ξύπνησα  ακούοντας φωνές και ένα χωριανό έξαλλο να έρχεται προς το μέρος μου. Είδα ένα γαϊδουράκι πεμένο κάτω, φορτωμένο στάχυα και ένα άνθρωπο να προσπαθεί να σηκωθεί. Το φορτίο έσωσε και το ζώο και τον άνθρωπο ,γιατί κανένας δε  χτύπησε . Είδα και έπαθα να ξεμπλέξω ,γιατί όπως έλεγε ο μεγαλύτερος κοιμόμουν και δεν πρόσεχα, ενώ αυτός ξύπνιος δεν πήρε είδηση. Τι να πω..Την εποχή εκείνη ,οι μεγάλοι είχαν πάντα δίκαιο…..

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

" Παλιές καθημερινές ιστορίες-Ο Τελάλης -5-"


                                                              






                                        ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ -Ο ΤΕΛΑΛΗΣ(5)

Μια ανθρώπινη φιγούρα ,συμπαθητική  και χρήσιμη ,έχει παραμείνει στη μνήμη μου ο Τελάλης του χωριού. ΄Ηταν ένας άνθρωπος ,που συνήθως εργαζόταν για την Κοινότητα  και ήταν αυτός που ειδοποιούσε τους χωριανούς ,για ότι συνέβαινε  στο χωριό ή αν έπρεπε να πληροφορηθούν οι κάτοικοι για υποχρεώσεις τους στο κράτος ή στην Κοινότητα.
             Πολλές φορές κρατούσε χαρτιά ,ειδοποιητήρια και τα παρέδιδε στους κατοίκους. ΄Αλλοτε πήγαινε από σπίτι  σε σπίτι να ειδοποιήσει για συνεδριάσεις ή για διάφορα γεγονότα. Πολλές φορές τοιχοκολλούσε διάφορα χαρτιά που έπρεπε να πληροφορήσουν κάτι τους χωριανούς.
           Η πιο γραφική στιγμή όμως για μας τους μικρούς ήταν, όταν ο Τελάλης ,διαλαλούσε στους δρόμους του χωριού. Τον παίρναμε  από πίσω και πολλές φορές το μιμούμαστε καθώς φώναζε και αυτό τον εξαγρίωνε. Όταν  λοιπόν ήθελε να πληροφορήσει τους κατοίκους ,γυρνούσε τα σοκάκια του χωριού και φωνάζοντας  δυνατά  με την στεντόρεια φωνή του ,πληροφορούσε τους κατοίκους. Ακόμα ντιδονεί  στα αυτιά μου η φωνή του « Κύριοι ,ακούσατε καλά. ΄Ηρθε ο Ταξιλάρης για να μαζέψει τους φόρους. Θα βρίσκεται στο Καφενείο του Διάκου και όσοι χρωστάτε ,τρέξετε να πληρώσετε». Πολλές φορές κάποιοι δεν άκουαν καλά ,αλλά από  στόμα  σε στόμα ,διαδιδόταν το νέο και όλοι έτρεχαν να εκπληρώσουν  τις υποχρεώσεις τους.
           Κάποια στιγμή ο Τελάλης σταμάτησε να διαλαλεί , γιατί η πρόοδος έφερε και στο χωριό τα μεγάφωνα. ΄Ετσι ο Γραμματέας ανακοίνωνε  ότι ήθελε μέσω των μεγαφώνων  και ο Τελάλης έπαψε να υπάρχει.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

"Παλιές καθημερινές Ιστορίες-4-"




                                                      



                                           ΠΑΛΙΕΣ  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ  ΙΣΤΟΡΙΕΣ -4-


Οι εκλογές είχαν το κάτι  άλλο. Το χωριό πάντα ήταν χωρισμένο τουλάχιστο σε δύο στρατόπεδα, ανάλογα με τα κόμματα που υπήρχαν. Υπήρχαν οι κομματάρχες ,οι παρατρεχάμενοι  και οι οικογένειες ,που πάντα ψήφιζαν ότι έλεγε ο αρχηγός. Στις Εθνικές εκλογές , οι περισσότεροι ψήφιζαν αυτούς που τους έταζαν κάποια ρουσφέτια.
   Η ημέρα που θα ερχόταν ο υποψήφιος βουλευτής στο χωριό ,ήταν η ημέρα που ο κάθε κομματάρχης έπρεπε να δείξει τη δύναμή του . ΄Επρεπε λοιπόν να μαζέψει κόσμο και η υποδοχή να είναι πολύ καλή. Συνήθως η συγκέντρωση γινόταν σε καφενείο που στήριζε το κόμμα και τον υποψήφιο. Τα κομματικά  καφενεία ήταν κοινό μυστικό. Ο υποψήφιος που ερχόταν ,χαιρετούσε ένα  ένα και ο κομματάρχης σύστηνε τους ψηφοφόρους. Μιλούσε ο υποψήφιος και οι χωριανοί ζητούσαν διάφορα ρουσφέτια και κάποια έργα για το χωριό. Οι παρατρεχάμενοι του υποψηφίου σημείωναν τις απαιτήσεις και τα ονόματα των ψηφοφόρων , για να εκτελεστούν οι επιθυμίες τους.
   Κάποια φορά  ο παρατρεχάμενος σημείωνε όλες τις απαιτήσεις και οι χωριανοί περίμεναν να γίνουν πραγματικότητα. Την επομένη μέρα στα καφενεία , συζητούσαν τι ζήτησαν και επέμεναν ότι όλα θα γίνουν, όπως τους είχαν υποσχεθεί. ΄ Κάποιος χωριανός που ερχόταν από κάποιο χωριό ,βρήκε στο δρόμο πεταμένες τις σημειώσεις του παρατρεχάμενου. Ακούγοντας  τι ζητούσαν οι χωριανοί ,τους είπε.


« Μην περιμένετε να γίνει τίποτα. Οι υποσχέσεις τους είναι γραμμένες στα παλιά τους παπούτσια και τους έδειξε τις σημειώσεις ,που βρήκε πεταμένες»
   Κάποια άλλη φορά σε ένα καφενείο που μιλούσε ο υποψήφιος βουλευτής, παρατήρησε ότι όλοι το χειροκροτούσαν ,εκτός από ένα. Φώναξε τον κομματάρχη και το ρώτησε τι συμβαίνει και αυτός τον καθησύχασε λέγοντάς του. « Είναι κωφάλαλος». Περίμενε λέει ο βουλευτής και θα μάθουμε με ποιους είναι. Πλησιάζει τον κωφάλαλο και με χαρακτηριστικές χειρονομίες του λέει ,δείχνοντας το αριστερό και το δεξί του χέρι. «  Εσύ τι είσαι… Αριστερός ή δεξιός…» Ο κωφάλαλος κατάλαβε και με μια χαραχτηριστική  χειρονομία ,σηκώνοντας το δεξί του χέρι και κατεβάζοντάς το εκεί που δεν πιάνει μελάνι, όπως λένε  ,σαν να του είπε . « Κέντρο»
Βλέπετε υπήρχε τότε και η ΄Ενωση Κέντρου. Κόκαλο ο Βουλευτής….

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

" Παλιές καθημερινές ιστορίες-3-"


                                                       





                                           ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ  ΙΣΤΟΡΙΕΣ ( 3)


Τηλεόραση δεν υπήρχε ,το ραδιόφωνο σπάνιο και το τηλέφωνο, ένα και μοναδικό στο Κοινοτικό Κατάστημα ,που το χειριζόταν ο Γραμματέας. Το θυμάμαι, καβουρντιστήρι το λέγαμε ,γιατί για να τηλεφωνήσεις γύριζες ένα μοχλό. Αν ζητούσαν κάποιο στο τηλέφωνο ,ο Γραμματέας έστελνε εμάς τους μικρούς να του φωνάξουμε.
  Κάθε φορά που τηλεφωνούσαν  ,εμείς προσπαθούσαμε να ακούσουμε  και να μεταδώσουμε τα νέα. Όταν όμως ερχόταν τηλεγράφημα, ο Γραμματέας το έγραφε σε ένα ειδικό χαρτί και το έδινε στον παραλήπτη. Αυτό ήταν πιο επιβλητικό και πιο επίσημο,
  Θυμάμαι κάποτε ένας χωριανός ήταν άρρωστος στην Αθήνα  και έστειλαν από το νοσοκομείο ένα τηλεγράφημα και ζητούσαν πιστοποιητικό απορίας ,για να πληρώσει ο άρρωστος λιγότερα. Ο Γραμματέας πήρε το τηλεγράφημα ,πήγε στο καφενείο και μέσα σε κατανυχτική ατμόσφαιρα ,άρχισε να διαβάζει.
« Ανέφερε το όνομα του ασθενούς και συνέχισε…………..ασθενεί βαρέως ,ελπίς σωτηρίας δεν υπάρχει ,στείλετε τάχιστα  πιστοποιητικό απορίας». Εμείς οι μικροί ρουφήξαμε τα λόγια του Γραμματέα και σε λίγο όλο το χωριό ήξερε τα νέα.
 Αξέχαστα χρόνια . Μέχρι σήμερα όλα αυτά τα συμβάντα έχουν χαραχθεί στη μνήμη μου και μένουν ανεξίτηλα.
   ΄Αλλοτε τα νέα τα διαλαλούσε ο Τελάλης του χωριού. Αυτός πολλές φορές ήταν ο Κλητήρας της Κοινότητας. Διέθετε στεντόρεια φωνή και περπατώντας στους δρόμους του χωριού φώναζε όσο πιο δυνατά μπορούσε.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

" Παλιές καθημερινές ιστορίες"-2-



                                                           



                                                    ΠΑΛΙΕΣ  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (2)

Τηλεόραση δεν είχαν , ραδιόφωνο δεν είχαν και όμως ήταν ενήμεροι για όλα. Πού και πού να έρθει καμιά εφημερίδα στο χωριό και αυτή γινόταν ανάρπαστη. Κάποιος οδηγός λεωφορείου ή ο εισπράκτορας έφερναν την εφημερίδα και αυτή πήγαινε από χέρι σε χέρι και με σειρά.
Κάποια εποχή ,θυμάμαι οι τοπικές εφημερίδες  έστελλαν κάποια φύλλα  στην Κοινότητα και όλοι τις ξεκοκάλιζαν . Οι ειδήσεις πήγαιναν από στόμα σε στόμα και κάποια γεγονότα σπουδαία ,έτσι μαθαίνονταν.
   Υπήρχε βέβαια και ένα τηλέφωνο ή στην Κοινότητα ή στο καφενείο και με αυτό επικοινωνούσαν με τον άλλο κόσμο. Το θυμάμαι, κουρδιστήρι ,καβουρντιστήρι ,το λέγανε , γιατί είχε ένα χερούλι που το γύριζαν για να στείλουν σήμα με αυτούς που επικοινωνούσαν. Διψούσαμε για ενημέρωση. Θέλαμε να μάθουμε πώς είναι ο άλλος κόσμος και οι διηγήσεις των μεγαλύτερων ή του δασκάλου  ,έκαναν τη φαντασία μας να καλπάζει.
΄Ηθελα να γνωρίσω τον άλλο κόσμο. Αλλά πώς….Ο μόνος τρόπος να ρωτώ ή να ακούω και να διαβάζω βιβλία που έπεφταν στα χέρια μου. Ρουφούσαν τα πάντα και πολλά τα θυμάμαι μέχρι σήμερα.
Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ ερχόταν στο χωριό το απόγευμα και έφευγε το πρωί της άλλης ημέρας. Ο οδηγός και ο εισπράκτορας ,πολλές φορές έφερναν πράγματα που είχαν παραγγείλει κάποιοι χωριανοί. Πάντα έφερναν και μια εφημερίδα. ΄Ελα που όλες οι εφημερίδες δεν ήταν αρεστές σε όλους. Τα έρημα τα φρονήματα , χώριζαν ακόμα και τις εφημερίδες ,όπως τα κομματικά καφενεία. Ο οδηγός για να πειράξει κάποιο χωριανό που ήξερε ότι δε διάβαζε κάποια συγκεκριμένη εφημερίδα ,του είπε.
- Μπάρμπα………..σου έφερα εφημερίδα να διαβάσεις λαχταριστά νέα και  να μορφωθείς. Ο Μπάρμπας ….,πήρε την εφημερίδα διπλωμένη όπως ήταν  ,είπε ευχαριστώ ,αλλά διέκρινε ένα πονηρό χαμόγελο στο πρόσωπο του οδηγού και κατάλαβε ότι κάτι του σκαρώνει. Πήγε παρά κάτω και είδε την εφημερίδα που του είχαν δώσει και θέλησε να  επιστρέψει το πείραγμα.
   Πήρε το γαϊδουράκι του  ,πήρε και βρώμη για να φάει το ζώο και πήγε έξω από το καφενείο. ΄Ανοιξε την εφημερίδα ,έβαλε πάνω τη βρώμη και το γαϊδουράκι άρχισε να τρώει. Κάποια στιγμή βγήκε έξω  ο οδηγός και είδε την εφημερίδα ,τη βρώμη και το γαϊδουράκι να τρώει.
-Μπάρμπα …………..καινούρια εφημερίδα ,ακόμα δεν τη διάβασες και τη χρησιμοποιείς έτσι…….
- Αχ παιδάκι μου ,εγώ αυτήν την εφημερίδα δεν τη διαβάζω. Μόνο τα γαϊδούρια τη διαβάζουν ,όπως βλέπεις.
Κόκαλο ο οδηγός .

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

" Παλιές καθημερινές ιστορίες-1ο"



                                                     




Ιστορίες μικρές ,ασήμαντες , διδακτικές , ιστορίες με χιούμορ. Και τι δεν είδαν τα μάτια μου όλα αυτά τα χρόνια. Αυτά που απομένουν   άσβεστα στη μνήμη ,είναι αυτά που ζήσαμε μικροί και αυτά που μας διηγόντουσαν τόσο παραστατικά ,οι πιο παλιοί.
Κάθε καλοκαίρι τα δέντρα που είχαν φρούτα ,συκιές ,αχλαδιές ,μηλιές, υπέφεραν από τους μικρούς. Είτε φθάναμε να κόψουμε ,είτε όχι , η δουλειά έπρεπε να γίνει. Σπούσαμε κλαδιά , χρησιμοποιούσαμε βίτσες ( ξύλα) μακριές , για να κατεβάζουμε τους καρπούς. Πολλές φορές ,όταν τα δέντρα ήταν ψηλά ,χρησιμοποιούσαμε πέτρες ή ακόμα και σφεντόνες.
Οι αμυγδαλιές είναι ψηλά δέντρα. ΄Επρεπε ή να ανέβεις για να κόψεις αμύγδαλα ,ή να χρησιμοποιήσεις πέτρες. Οι πέτρες αυτές πολλές φορές καθώς τις ρίχναμε ,μένανε πάνω στα δέντρα. Κάποια μέρα πετώντας πέτρες, αν και παρακολουθούσαμε την πέτρα που ρίχναμε μην μας έρθει στο κεφάλι ,τελικά μας ήρθε κάποια άλλη που είχε απομείνει στο δέντρο ,από προηγούμενες μέρες. Και αντί για μύγδαλα, τρέχαμε με σπασμένο κεφάλι στους δικούς μας, να μας «γιάνουν».
Οι φωλιές των πουλιών για πολλούς μικρούς δυστυχώς ,ήταν στόχος .Δεν μπορούσα να καταλάβω ,γιατί τις χαλούσαν. Τις μόνες που σεβόντουσαν ,ήταν των χελιδονιών , γιατί ήταν κτισμένες μέσα στα σπίτια και τις ήλεγχαν οι γονιοί και επειδή λέγονταν ότι αν χαλάσεις φωλιά χελιδονιών στο σπίτι σου ,ποτέ πια δε θα φτιάξουν φωλιές τα χελιδόνια.
¨Ένα καλοκαίρι σε μια ψηλή ελιά ,είχαν κτίσει τη φωλιά τους κοράκια. Κάποιοι «μάγκες»  θέλησαν να ανέβουν  και να τη χαλάσουν .Μέσα στη φωλιά πρέπει να υπήρχαν και τα μικρά. Καθώς ανέβαιναν στην ελιά ,τα κοράκια τους αντιλήφθηκαν και μόλις πλησίασαν τη φωλιά ,τους επιτέθηκαν. Οι μικροί τρομαγμένοι παράτησαν το παράτολμο σχέδιο, κινδύνεψαν να πέσουν από το δέντρο και έντρομοι ,φοβισμένοι ,πήγαν στους γονείς τους  τρέμοντας. Για να τους συνεφέρουν τους πότιζαν ζαχαρόνερο.
Φθινόπωρο,μαζεύαμε τις ελιές. Είχαμε μαζί όλα τα σύνεργα. Σακιά, τέγκλες ,δίχτυα  και σκάλες. Κάποιος εκεί που μάζευε ελιές , για κάποιο λόγο, πήρε μια αρκετά μεγάλη πέτρα και την έβαλε ψηλά πάνω σε κάποιο κλαδί, προφανώς για να κρατήσει κάτι. Την πέτρα την ξέχασε και μετά από αρκετή ώρα  με την τέγκλα (ραβδί) ,που χτυπούν τις ελιές , άρχισε να τεγκλίζει τους κλώνους της ελιάς. Τέγκλισε και τον κλώνο που είχε βάλει την ξεχασμένη πέτρα και η οποία με μεγαλοπρέπεια του ήρθε στο κεφάλι. Όταν ήρθε στο χωριό με σπασμένο κεφάλι , η ιστορία του φαινόταν στους χωριανούς και αστεία αλλά και απίστευτη.
Ιστορίες ασήμαντες , καθημερινές που μας διασκέδαζαν και μας  δίδασκαν.