Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Στο σπίτι βραδινές ώρες στον Μεσαναγρό

 


                                                    



Στο σπίτι βραδινές ώρες

Το βράδυ ήταν η στιγμή που βρισκόταν όλη η οικογένεια στο σπίτι, τα έλεγαν, έκαναν ένα απολογισμό, προγραμμάτιζαν για την άλλη μέρα και τα παιδιά διάβαζαν. Φώτα, ηλεκτρισμός δεν υπήρχε και μια λάμπα πετρελαίου και το καντήλι, φώτιζαν το σπίτι. Τον χειμώνα κάθονταν γύρω από το τζάκι και τα καλοκαίρια στις αυλές ή στους δρόμους της γειτονιάς με τους άλλους γείτονες.

Ο πατέρας πήγαινε μερικές ώρες στο καφενείο και η μητέρα ετοίμαζε φαγητό και καθάριζε το σπίτι. Εμείς, τα παιδιά, αρχίζαμε το διάβασμα. Τότε το σχολείο ήταν σχεδόν όλη την ημέρα. 8-12 το πρωί και 3-5 το απόγευμα. Πολλές φορές, όταν δεν είχαμε βιβλία μαζευόμασταν στο σπίτι του παιδιού που είχε ή πηγαίναμε στο σπίτι του καλού μαθητή, για να λύσουμε και τα προβλήματα. Γύρω από τον σουφρά, καθισμένοι κατάχαμα και στη μέση η λάμπα πετρελαίου, για να βλέπουμε. Φανταστείτε 4-5 παιδιά να προσπαθούν να γράψουν πάνω στον σουφρά, με λίγο φως και με πένες που τις βουτούσαμε μέσα στο μελανοδοχείο, για να γράφουμε. Και να ’χεις και τον δάσκαλο, να θέλει τα γράμματα καλλιγραφικά. Πάντα υπήρχε ο αρχηγός, που συνήθως ήταν ο καλύτερος μαθητής. Είχα αυτό το προνόμιο, αλλά και την ευθύνη. Αφού γράφαμε την Αντιγραφή, Γραμματική και λύναμε τα προβλήματα, αρχίζαμε τα βοηθητικά. Πολλές φορές το βιβλίο ήταν ένα και έπρεπε να διαβάζει ο ένας και οι άλλοι να ακούνε. Έτσι μάθαμε γράμματα. Πόσες φορές δε σπάσαμε το γυαλί της λάμπας και πόσες φορές δεν έπεσε η «Αγία ράβδος», όπως έλεγαν οι μεγάλοι.

Μετά το φαγητό καθισμένοι γύρω από το τζάκι παρακαλούσαμε τους γονείς μας, να μας πουν κανένα παραμύθι ή να μας διηγηθούν ιστορίες από τα παλιά. Αν υπήρχε παππούς ή γιαγιά, ακόμα καλύτερα. Ήξεραν πολλά παραμύθια ή τα έπλαθαν εκείνη τη στιγμή. Πολλές φορές, ένα παραμύθι κρατούσε ατέλειωτα βράδια, όπως ατέλειωτες ήταν και οι νύχτες του χειμώνα. Κάποτε κουρασμένοι από το μόχθο της ημέρας οι γονείς, που να έχουν κέφια για παραμύθια.