Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

" Οι βοσκοί του Μεσαναγρού"




Το χωριό ζούσε από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Αρκετοί κάτοικοι έκαναν και τις δύο δουλειές ,για να μπορούν να τα φέρνουν βόλτα. Αυτοί ήταν σε πιο δύσκολη θέση από τους άλλους. ΄Επρεπε να κρατούν ισορροπίες ,γιατί όταν παίρνανε αποφάσεις π.χ. που θα βόσκουν τα ζώα , βρίσκονταν ανάμεσα σε δυο πυρά.
Η ζωή των βοσκών ήταν πιο δύσκολη. ΄Ολο το χρόνο έπρεπε να βόσκουν τα κατσίκια τους και να προσπαθούν να μην κάνουν ζημιές στους γεωργούς. Όταν ερχόταν η εποχή της σποράς η οικογένεια χωρίζονταν στα δύο. Οι μισοί γεωργοί και οι άλλοι μισοί βοσκοί. Η πιο δύσκολη εποχή ήταν ο χειμώνας . Τα παλιά χρόνια έβρεχε ασταμάτητα. Η βροχή δεν είχε τελειωμό. ΄Επρεπε λοιπόν ο βοσκός ,να βάλει στη « μάντρα» τα ζωντανά , να θηλάσουν τα μικρά ,να αρμέξει τις κατσίκες και να φτιάξει το τυρί . Δύσκολες ώρες . Γινόντουσαν μούσκεμα και η φωτιά στο στάβλο ήταν η παρηγοριά τους. Πολλές φορές το βράδυ αργούσαν να επιστρέψουν και τότε οι συγγενείς και φίλοι έπρεπε να τους «νιορέψουν» ,ψάξουν.
Όταν σουρούπωνε και δεν είχαν φανεί , από το χωριό οι συγγενείς εφοδιασμένοι με σχοινιά και φώτα, πήγαιναν προς τις μάντρες φωνάζοντας ,για να ακούσουν πού βρίσκονται. Αρκετές φορές από την πολλή βροχή τα ποτάμια φούσκωναν και οι βοσκοί δεν μπορούσαν να περάσουν και έμεναν στην αντίθετη όχθη. Τότε ή περίμεναν να ξεφουσκώσουν τα ποτάμια ή οι άλλοι από το χωριό τους πετούσαν τα σχοινιά , δενόντουσαν και τους τραβούσαν απέναντι. Δύσκολες στιγμές αλλά σημαδιακές ,γιατί έβλεπες την αλληλεγγύη και την αγάπη του συγχωριανού σου.
Η εποχή που οι κόποι τους δικαιώνονταν ήταν το Πάσχα. Τότε πουλούσαν τα κατσικάκια στους κρεοπώληδες από τη Ρόδο. Αυτοί έκαναν παζάρια και προσπαθούσαν να ρίξουν τις τιμές . ΄Εβλεπες όλα τα ζώα του χωριού να έρχονται φορτωμένα με τα κατσίκια και να σταματούν στην πλατεία της Καστάνιενας ,που περίμεναν οι έμποροι. Οι εκβιασμοί άρχιζαν . Φουσκαλάκια είναι ,δεν είναι παχιά, είναι μεγάλα, μικρά ,αδύνατα, δε θα τα πάρω. Και ο ταλαίπωρος ο βοσκός τι να κάνει, να τα ξαναφορτώσει και να τα γυρίσει πίσω μέσα στη ζέστη ,ποιος άλλος θα τα έπαιρνε ,έκανε πίσω και ο εκβιασμός περνούσε.
Οι βοσκοί του χωριού πάντα βοηθούσαν όσους είχαν ανάγκες και από το υστέρημά τους , έδιναν. Στη δεύτερη Ανάσταση το χωριό τους περίμενε να γυρίσουν από τις μάντρες και μετά άρχιζε η Ανάσταση . Ο καθένας μέσα σε πιάτα έφερνε στην εκκλησία τυρί, μυζήθρα, παστό και στο τέλος της Ανάστασης τα μοίραζαν σε όλο το χωριό.
Σήμερα οι βοσκοί δεν υπάρχουν . ΄Εμειναν λίγοι και μαζί τους χάθηκαν τα έθιμα και οι δύσκολες, αλλά όμορφες στιγμές που ζούσε το χωριό.