Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

" Ο σκύλος μου , ο Ντικ"


Την εποχή εκείνη όλοι στο χωριό βοηθούσαν .Μικροί και μεγάλοι είχαν ένα ρόλο.΄Ολες οι οικογένειες είχαν και ζώα αλλά ήταν και γεωργοί. Πολλές φορές το πρωί ήταν στα κατσίκια και το απόγευμα στη γεωργία. Εμείς οι μικροί το πρωί στο σχολείο και το απόγευμα σε δουλειές. Επειδή είχαμε και κατσίκια το απόγευμα πηγαίναμε με τον αδελφό μου στο «πόστρεμα».Παίρναμε μαζί μας ένα απίθανο σκυλάκι που το΄χαμε μεγαλώσει και μας αγαπούσε πολύ και πηγαίναμε στο μετόχι. Περιοχή σπαρμένη που δεν έπρεπε να μπούνε κατσίκες για να κάνουν ζημιές. Καθόμασταν μέχρι να σκοτεινιάσει και διώχναμε τα κατσίκια για να μη φάνε τα σπαρτά. Το σκυλάκι αυτό, «ο Ντικ» ,μας είχε σώσει. Μόλις του δίναμε διαταγή έτρεχε, έδιωχνε τα κατσίκια γαυγίζοντας και γύριζε πίσω πηδώντας πάνω μας όλο χαρά. Μας ακολουθούσε παντού. Δε μας άφηνε ποτέ μόνους. Ακόμα και στο σχολείο ερχόταν και περίμενε υπομονετικά απέξω .Θυμάμαι ένα απόγευμα όταν κάναμε γυμναστική ένα κατόρθωμά του. ΄Όταν άρχιζε το μάθημα της Γυμναστικής , βγάζαμε τα παπούτσια μας ,για να μην τα κατελύσουμε, χαλάσουμε. Φτώχεια βλέπετε. Όταν τέλειωσε το μάθημα και πήγαμε να πάρουμε τα παπούτσια μας ,αυτά έλειπαν. Του ενός το αριστερό ,του άλλου το δεξί και κάποιου άλλου και τα δύο. Ψάχναμε παντού αλλά τίποτε. Φύγαμε για τα σπίτια μας ξυπόλιτοι. Όταν έφτασα σπίτι, στην αυλή ήταν όλα τα παπούτσια των παιδιών και ο Ντικ δίπλα ξαπλωμένος. Κατάλαβα λοιπόν ποιος ήταν ο δράστης. Αρκετές μέρες πηγαίναμε στο βουνό για να φυλάσσουμε τα σπαρτά από τα κατσίκια ,για να μην κάνουν ζημιές.Μαζί μας και ο Ντικ.' Όταν βράδιαζε έπρεπε να γυρίσουμε σπίτι .Τότε άρχιζε ένα άλλο μαρτύριο. Συνήθως ό δρόμος μας έβγαζε μπροστά από το νεκροταφείο ,την Αγία Σοφία. Μικρούς μας φοβέριζαν με «ανεράδες» ,φαντάσματα και μας είχαν δημιουργήσει φοβίες. Μόλις πλησιάζαμε στο νεκροταφείο ,αρχίζαμε το τραγούδι, λες και αυτό θα ‘διωχνε τις «ανεράδες¨», βάζαμε φωτιά στα πόδια και τρέχαμε με όλη μας τη δύναμη ,κοιτάζοντας πίσω μας μήπως έρχεται κάποιος.