Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

" Ο Μεγάλος και ο Μικρός Κλάδος(Παραμύθι)




Μια φορά και ένα καιρό σε ένα χωριό ζούσαν δύο άνθρωποι. Ο μεγάλος Κλάδος ,που ήταν πλούσιος και είχε εννιά άλογα και ο Μικρός κλάδος ,που ήταν φτωχός και είχε ένα άλογο.
Κάθε Κυριακή ο Μικρός δανειζόταν τα εννιά άλογα του Μεγάλου ,για να ζευγαρίζει τα χωράφια του . Καθώς ζευγάριζε ,φώναζε.- ¨Αντε τα δέκα αλογατάκια μου. Οι άνθρωποι που πήγαιναν στην εκκλησία ,τον άκουγα και κάποιος το σφύριξε στο Μεγάλο Κλάδο. Όταν την άλλη Κυριακή ,πήγε να ζητήσει τα άλογα του μεγάλου, του τα έδωσε λέγοντάς του να μην ξαναφωνάζει « ¨Αντε τα 10 αλογατάκια μου» . Ο μικρός πήρε τα άλογα και πήγε στα χωράφια. Ξεχάστηκε και ξαναφώναξε τα ίδια. Μόλις το έμαθε ο Μεγάλος ,πήρε ένα τσεκούρι και του σκότωσε το άλογο. Κλαίγοντας ,πήρε το δέρμα του αλόγου ,το έβαλε σε ένα τσουβάλι και πήγε στην πόλη να το πουλήσει.
Νύχτωσε και χτύπησε την πόρτα κάποιου σπιτιού , για να μείνει τη νύχτα. Η γυναίκα που του άνοιξε ,έκανε τραπέζι σε ένα φίλο της ,που ο άντρας της δεν ήθελε. Πάνω στο τραπέζι είχε όλου του κόσμου τα καλά. Κρέατα ,γλυκά ,φρούτα . Της ζήτησε να το φιλοξενήσει ,αλλά αυτή αρνήθηκε και τον άφησε να μείνει στην αυλή του σπιτιού. Μετά από λίγες ώρες ήρθε ξαφνικά ο άντρας της και η γυναίκα έκρυψε το φίλο της σε μια κασέλα και όλα τα φαγητά τα έβαλε στο φούρνο. Όλα αυτά τα είδε ο Μικρός Κλάδος. Ο άντρας ρώτησε το Μικρό τι κάνει εδώ και αυτός ζήτησε φιλοξενία. Μπήκαν στο σπίτι και ο άντρας της γυναίκας ,της ζήτησε να κάνει κάτι να φάνε. -Είναι αργά του είπε .Τέτοια ώρα δεν έχουμε τίποτα. Ο Μικρός Κλάδος ,είχε στα πόδια του το σακί με το δέρμα του αλόγου και ο άντρας το ρώτησε τι είναι.-
(Συνεχίζεται...