Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

" Ο Μεγάλος και Μικρός Κλάδος-Παραμύθι)-Συνέχεια



Είναι ο Μάγος μου, απάντησε. -Και τι μπορεί να κάνει. -Να μας φέρει γλυκά ,κρέατα ,φαγητά. –Για να δούμε του λέει. Πάτησε το σακί με το δέρμα και ακούστηκε ένα τρίξιμο.-Τι λέει . – Μέσα στο φούρνο υπάρχουν του κόσμου τα καλά. Πήγαν στο φούρνο και αντίκρισαν όλα τα αγαθά. Ο άντρας έμεινε με ανοιχτό το στόμα .Αφού έφαγαν ό άντρας ζήτησε να αγοράσει το Μάγο. – Δείξε μου ακόμα κάτι και θα σου δώσω ότι ζητήσεις. – Μέσα στην κασέλα είναι ο Σατανάς ,είπε. Σήκωσε το καπάκι προσεκτικά να δεις. Σήκωσε το καπάκι λίγο και είδε μέσα κάποιο. Πείστηκε ότι ο Μάγος προβλέπει τα πάντα και έδωσε τρία σακιά φλουριά στο Μικρό Κλάδο ,για να του δώσει το Μάγο. Φεύγοντας του έδωσε την κασέλα με το Σατανά ,για να το ρίξει στο ποτάμι.
Μόλις έφτασε στο ποτάμι πήρε την κασέλα να τη ρίξει. Ο άνθρωπος που ήταν μέσα ,τον παρακαλούσε να τον αφήσει να ζήσει και του έδωσε άλλα δύο σακιά φλουριά.
΄Εφτασε στο χωριό και έστειλε ένα παιδί να πάει στο Μεγάλο Κλάδο ,να του δώσει το μετρητάρι του ,για να μετρήσει τα φλουριά. Πονηρός αυτός έβαλε κόλλα στο μετρητάρι και καθώς τα μετρούσε ,κόλλησαν μερικά. Πήγε στο σπίτι του Μικρού ,για να μάθει πού βρήκε τα λεφτά. - Όταν μου σκότωσες το άλογό μου ,πήγα στην πόλη και το πούλησα 5 σακιά χρυσά φλουριά. Χωρίς να χάσει καιρό σκότωσε και τα 9 άλογά του και πήγε στην πόλη να τα πουλήσει. - ¨Ένα δέρμα αλόγου 5 σακιά φλουριά. Οι παπουτσήδες ,τον πέρασαν για τρελό ,το μαύρισαν στο ξύλο και δεν πήρε φράγκο. Κουρασμένος ,θυμωμένος και ζητώντας εκδίκηση για την κοροϊδία ,έφτασε βράδυ στο χωριό και πήγε κατευθείαν στο σπίτι του Μικρού ,για να το σκοτώσει. Τη μέρα εκείνη είχε πεθάνει η γιαγιά του Μικρού και αυτός κλεισμένος στο σπίτι του πενθούσε. - ΄Ανοιξε του φώναξε .Ο Μικρός , έσβησε τη λάμπα και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι που είχε βάλει τη γιαγιά του. Ο Μεγάλος αφού έσπασε την πόρτα ,μπήκε μέσα και άρχισε στα σκοτεινά να χτυπά πάνω στο κρεβάτι ,νομίζοντας πώς ήταν ο Μικρός.
Ο Μικρός Κλάδος σηκώθηκε νωρίς ,φόρτωσε τη γιαγιά του σε ένα μουλάρι και πήγε να τη θάψει. ΄Ηταν πρωί και σταμάτησε σε ένα χάνι ,για να πιεί ένα καφέ. Πονηρός όπως ήταν είπε στον καφετζή ,που ήταν κουφός ,να πάρει ένα ποτήρι γάλα στη γιαγιά του ,που ήταν πάνω στο άλογο. Κρατώντας το ποτήρι ο καφετζής ,φώναζε στη γιαγιά να πάρει το γάλα ,αλλά αυτή πού να ακούσει. Νευριασμένος της πέταξε το ποτήρι . Ο Μικρός βγήκε έξω και τον κατηγόρησε ότι τη σκότωσε. Ο καφετζής φοβήθηκε και του έδωσε 2 σακιά φλουριά.
Γύρισε στο χωριό ο Μικρός και ο Μεγάλος ,μόλις το έμαθε πήγε να δει τη συμβαίνει. Του διηγήθηκε ότι δε χτύπησε αυτόν, αλλά τη γιαγιά του και ότι πήγε και την πούλησε 2 σακιά φλουριά . Αμέσως ο Μεγάλος Κλάδος ,πήρε τη γιαγιά του και πήγε στην πόλη να την πουλήσει. -2 σακιά χρυσά φλουριά πουλώ τη γιαγιά μου . Η αστυνομία το συνέλαβε και τον έκλεισαν πολλά χρόνια φυλακή.
Τα χρόνια πέρασαν και ο Μεγάλος Κλάδος ,πήγε στο χωριό ,έπιασε το Μικρό ,τον έβαλε σε ένα σακί ,τον έδεσε και πήγε να το ρίξει στη θάλασσα. ΄Ηταν Κυριακή πρωί .Το φορτώθηκε και ξεκίνησε. Στο δρόμο κουράστηκε και σταμάτησε έξω από ένα ξωκλήσι . Μπήκε στο ξωκλήσι να ανάψει κερί και άφησε το σακί έξω. Ο Μικρός που ήταν μέσα άρχισε να φωνάζει.- Δε θέλω να πάω στον παράδεισο . Κάποιος βοσκός που περνούσε από εκεί ,τον άκουσε ,άνοιξε το σακί και το ρώτησε τι συμβαίνει. –Με παίρνουν στον Παράδεισο και δε θέλω. –Θέλω εγώ του λέει ο βοσκός και του χαρίζει τα κοπάδια του ,φτάνει να μπει αυτός στο σακί ,που οδηγεί στον Παράδεισο. ΄Ετσι και έγινε. Ο Μεγάλος Κλάδος ,βγήκε από την εκκλησία ,φορτώθηκε το σακί ,πήγε στη θάλασσα ,το έριξε και πήρε το δρόμο του γυρισμού.
Μόλις έφτασε κοντά στο ξωκλήσι ,βλέπει το Μικρό να βόσκει τα κοπάδια του.- Τι έγινε του λέει ο Μεγάλος. Τώρα δε σε έριξα στη θάλασσα. –Μόλις με έριξες στη θάλασσα και πήγα στο βυθό ,βρήκα τη Βασίλισσα της θάλασσας και μου έδωσε όλα αυτά τα κοπάδια . Ο Μεγάλος τα έχασε και ζήτησε από το Μικρό να το βάλει σε ένα σακί ,να το ρίξει στη θάλασσα ,για να γίνει και αυτός πλούσιος. ΄Ετσι και έγινε. Ο μεγάλος μπήκε στο σακί ,τον έριξε στη θάλασσα και από τότε κανένας δεν τον ξανάδε. Και έζησε ο Μικρός καλά και εμείς καλύτερα.

(Το παραμύθι αυτό μας το έλεγε ο δάσκαλος. Σκληρό για μικρά παιδιά ,αλλά μας άρεσε).