Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

'"ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ,ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΗ ΜΕΡΑ...." 1οΜΕΡΟΣ"


                                                                  



Η Μ.Εβδομάδα ήταν ξεχωριστή στις παιδικές μου αναμνήσεις. Κάθε μέρα και κάτι καινούριο,κάθε μέρα και μια έκπληξη. Τη Μ. Πέμπτη μετά το  τέλος της Εκκλησίας, οι γυναίκες του χωριού κάθονταν μέχρι το πρωί ,να μοιρολογήσουν τη Σταύρωση του Χριστού με τα παρακάτω λόγια. ΄Ηταν συμπαράσταση στην μητέρα του Χριστού , την Παναγία .για τη Σταύρωση του γιου της.




ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ  ,ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΗ ΜΕΡΑ


Σήμερα μαύρος ουρανός ,σήμερα μαύρη μέρα
Σήμερα εσταυρώσανε των πάντων βασιλέα.
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει στο περιβόλι
Να λάβει δείπνο μυστικό ,για να τον λάβουν όλοι.
Ήρθαν και τον επιάσανε οι άνομοι Εβραίοι
Οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρεις καταραμένοι.
Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε
Και στου Πιλάτου τις αυλές εκεί τον τυρρανάνε.
¨Ηβγε κυρά βασίλισσα έξω στη γειτονιά της ,
Βλέπει τον ουρανό θαμπό τ΄άστρι νεκατωμένο,
Το φεγγαράκι κι οπιά στο αίμα βουτημένο,
Όσες αγαπάτε το Χριστό και όσες τον προσκυνάτε
Όλες μαζί μου νάρθετε να με παρηγοράτε.
Καμιά δεν της εκλούθηξε μόνο οι τρεις μητέρες,
Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή  και του Λαζάρου η μάνα
Και του Ιακώβου η αδελφή κι οι τέσσερις αντάμα;.
Χάτεστε να πηγαίνουμε πριν μου τον εσταυρώσουν
Πριν μου τον βάλουν στα καρφιά και μου το θανατώσουν.
Κι επιάσαν το στρατί στρατί ,στρατί το μονοπάτι
Και το στρατί τις έβγαλε στου ατσίγγανου την πόρτα.
¨Ωρα καλή σου ατσίγγανε τι είναι αυτά που κάνεις
Καρφιά μου παραγγείλανε οι φίλοι μου οι Εβραίοι.
Εκείνοι μούπαν τέσσερα κι εγώ τους κάνω πέντε.
Τα δυο στα δυο του γόνατα ,τα δυο στα δυο του χέρια
Το πέμπτο το φαρμακερό να μπει μες στην καρδιά του
Να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.
Που να σε δω ατσίγγανε χαϊρι να μην κάνεις
Πουκάμισο στη νιότη σου ποτέ σου να μην βάλεις.
Κι επιάσαν το στρατί στρατί ,στρατί το μονοπάτι .
Στο δρόμο που πηγαίνασι  γαρουφαλιές  εβρήσκαν.
Περικαλώ γαρουφαλιές πούχετε κοκκινάδες
Πάρτε κι από τα χείλη μου ολίγες φαρμακάδες.
Και το στρατί τις έβγαλε εις του ληστού την πόρτα.
Βλέπει τις πόρτες σφαλιστές και τα κλειδιά παρμένα
Και τα παραθυράκια του σφικτομανταλωμένα.

(Συνέχεια αύριο)