Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

" Τα πρώτα χρόνια στην πόλη της Ρόδου"


Τα πρώτα χρόνια στην πόλη της Ρόδου μου έχουν μείνει αξέχαστα. Η αλλαγή της ζωής μας από τη μια στιγμή στην άλλη ,μεγάλη. Από ένα χωριουδάκι με 20-30 παιδιά σε ένα Γυμνάσιο με εκατοντάδες . Νιώθαμε φοβισμένοι και η πρώτη βραδιά μακριά από το σπίτι δεν περιγράφεται. Σιγά σιγά όμως καταφέραμε να εγκλιματιστούμε και να συνεχίσουμε το Γυμνάσιο. Κάθε Κυριακή με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ οι γονείς μας , μας έστελλαν το περίφημο « σακούλι». Ένα σακί που μέσα είχε ψωμιά ,αυγά ,τρόφιμα και χαρτζιλίκι . Περιμέναμε λοιπόν όλοι οι μαθητές που καταγόμασταν από τη Νότια Ρόδο ,να έρθει το λεωφορείο .Κατά τις 10 η ώρα που ερχόταν , οκαθένας έπαιρνε το σακούλι στον ώμο και πήγαινε σπίτι του. ΄Εβλεπες ένα καραβάνι από παιδιά φορτωμένα σακούλια να περπατούν στους δρόμους της πόλης ,γεμάτα αυτοπεποίθηση ,υπομονή και επιμονή , για καλύτερες μέρες.
Οι πρώτες μέρες στο Γυμνάσιο ήταν δύσκολες. Δεν ξέραμε κανένα ,δεν μας ήξερε κανένας. Καθόμασταν ντροπαλοί, ήσυχοι ,φοβισμένοι. Οι Καθηγητές προσπαθούσαν να μας δώσουν θάρρος , να μας βοηθήσουν και σιγά σιγά αποκτήσαμε φίλους. Θυμάμαι τον καθηγητή της ιστορίας, έναν άνθρωπο που μιλούσε σε γλώσσα ακαταλαβίστικη ,όταν με έβγαλε την πρώτη φορά να πω μάθημα. Φώναξε το όνομά μου και πήγα δίπλα του στην έδρα όρθιος. ΄Αρχισε λοιπόν να μου κάνει διάφορες ερωτήσεις. – Πόθεν εί…μου λέει. Τον κοιτούσα στα μάτια προσπαθώντας να καταλάβω τι ρωτά. Μάταια. Ανέκφραστος περίμενε την απάντησή μου. –Πόθεν ει…με ξαναρωτά.. και εγώ χαμένος από το τρακ και την άγνοια απάντησα με το όνομά μου.-Γιάννης Κ…κύριε . Το γέλιο από τα άλλα παιδιά με έκανε να νιώσω άσχημα και ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. –Από πού είσαι σε ρώτησα μου ξαναλέει… Και δεν το έλεγες Ελληνικά τόση ώρα είπα μέσα μου ,για να σε καταλάβω.
Πέρασε καιρός και οι άβγαλτοι μικροί συνήθισαν ,περνούσαν τις τάξεις ,πάρα πολλοί σπούδασαν και σήμερα τους βλέπω ,χαίρομαι και τους καμαρώνω.