Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

" Παλιές καθημερινές ιστορίες"





                                                               




                                     ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (6)

Πόσες ιστορίες ξεκαρδιστικές ,δεν έχουμε ακούσει μικροί… Είχαν τον τρόπο τους οι παλιοί να τις αλατίζουν , να βάζουν πιπέρι και να τις κάνουν ελκυστικές. Σε πολλές από αυτές πρωταγωνιστές  ήμασταν και εμείς τα παιδιά. Είχαν να λένε για κάποιους αφηρημένους  που ξεχνούσαν  και δε θυμόντουσαν πολλά πράγματα.
    Ένα πρωινό  ένας γεροντάκος πήρε το γαϊδουράκι του ,πήρε το μανάρι και τον ταχρά ,τα σύνεργα ,για να πάει να κόψει ξύλα. Ερχόταν χειμώνας βλέπετε. Κάθισε στο γαϊδουράκι και στα  χέρια του κρατούσε το μανάρι.
   Μετά από αρκετή ώρα γύρισε πίσω και καθώς περνούσε  μπροστά από το καφενείο , κάποιος χωριανός το ρώτησε .
-         Δε βρήκες ξύλα Μπάρμπα, νωρίς γύρισες.
-         Ξύλα είχε παιδάκι μου ,αλλά λησμόνησα να πάρω το μανάρι μαζί μου. Πώς θα τα κόψω.
-         Και αυτό που κρατάς στα χέρια σου τι είναι…
-         Κόκκαλο, ο γεροντάκος.
Γύρισε πίσω το γαϊδουράκι  του και ξαναπήγε να κόψει ξύλα , φτάνει να μην είχε λησμονήσει κάτι άλλο.
     Καλοκαίρι και τα παιδιά ήταν οι κουβαλητές των σιταριών. Μας φόρτωναν στα γαϊδουράκια τα γομάρια τα στάχυα και πηγαίναμε να τα ξεφορτώσουμε στα αλώνια Εμείς καθόμασταν στη μέση ,πάνω στο σαμάρι. Πολλές φορές λόγω της ζέστης και της μεγάλης απόστασης , μας έπαιρνε ο ύπνος καθώς οδηγούσαμε τα ζώα στα αλώνια.
   ¨Ένα μεσημέρι οδηγώντας τα ζώα φορτωμένα  ,με πήρε ο ύπνος. Ο δρόμος ήταν στενός. ΄Ισα ίσα  που χωρούσε ένα ζώο. Από την απέναντι μεριά ερχόταν ένας άλλος χωριανός μεγαλύτερος ,καθισμένος και αυτός πάνω στο ζώο και δυστυχώς και αυτός κοιμόταν. Όταν πλησίασαν τα ζώα το ένα το άλλο ,το δικό μου πήγε από τη μέσα μεριά και το άλλο από την έξω. Από την κάτω μεριά υπήρχε μικρός γκρεμός.  Ξαφνικά, ξύπνησα  ακούοντας φωνές και ένα χωριανό έξαλλο να έρχεται προς το μέρος μου. Είδα ένα γαϊδουράκι πεμένο κάτω, φορτωμένο στάχυα και ένα άνθρωπο να προσπαθεί να σηκωθεί. Το φορτίο έσωσε και το ζώο και τον άνθρωπο ,γιατί κανένας δε  χτύπησε . Είδα και έπαθα να ξεμπλέξω ,γιατί όπως έλεγε ο μεγαλύτερος κοιμόμουν και δεν πρόσεχα, ενώ αυτός ξύπνιος δεν πήρε είδηση. Τι να πω..Την εποχή εκείνη ,οι μεγάλοι είχαν πάντα δίκαιο…..