Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

" Η κουριέρα"




Την εποχή εκείνη κάθε απόγευμα ερχόταν το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, η κουριέρα όπως τη λέγανε. Καημό είχαμε να τη δούμε από κοντά. Να δούμε πώς είναι ,πώς κινείται ,τι πράμα είναι. Απαγορευόταν ν α πάμε να τη δούμε την ώρα που ερχόταν. Προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να ξεγελάσουμε το δάσκαλο. Κάποιος είπε να πάμε λίγο έξω από το χωριό 1χιλιόμετρο περίπου . ΄Ηταν χειμώνας ,θεοσκότεινα και πήγαμε . Κάποιος μας κάρφωσε στο δάσκαλο, μόνος του ήρθε δεν ξέρω. Ο άνθρωπος αυτός τα ήξερε όλα ,τα μάθαινε όλα. Μόλις είδαμε το λεωφορείο ,το πήραμε από πίσω και προσπαθούσαμε να το φτάσουμε. Χαιρόμασταν που το βλέπαμε από κοντά και ας σκονιζόμασταν από το χώμα. Στη τελευταία στροφή ,εμφανίζεται μπροστά μας ό δάσκαλος. Κατάφερε να πιάσει τον πρώτο που ακολουθούσε και οι υπόλοιποι κρυφτήκαμε στους γύρω θάμνους. Αλλά μάταια. Την άλλη μέρα πρωί - πρωί στην προσευχή τα ονόματα όλων μας ήταν γνωστά .Πέρα από την « Αγία ράβδο ‘»όπως την έλεγε ,άλλη μια τιμωρία μας περίμενε, η νηστεία.΄ Όταν σχολούσαμε το μεσημέρι στις 12 ,στις 3 η ώρα ξαναγυρίζαμε στο απογευματινό σχολείο. Οι τιμωρημένοι με νηστεία δεν σχολούσαν, αλλά έμεναν κλειδωμένοι μέσα στην τάξη μέχρι τις 3,νηστικοί και διψασμένοι. Οι φίλοι μας κρυφά μας πετούσαν ψωμί και νερό από το παράθυρο, παρά την απαγόρευση και κάποιοι άλλοι συμμαθητές φώναζαν κάτω από το παράθυρο κοροϊδεύοντας .

Νηστεία νηστεία ψωμί και κιμωλία.

΄Ετσι περνούσε ο καιρός .Πάντως ακόμα και τώρα αναπολώ τα χρόνια αυτά.