Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

" Πως λειτουργούσε ένα σπίτι στο Μεσαναγρό-4ο"



Το βράδυ ήταν η στιγμή πουβρισκόταν όλη η οικογένεια στο σπίτι , τα έλεγαν ,έκαναν ένα απολογισμό ,προγραμμάτιζαν για την άλλη μέρα και τα παιδιά διάβαζαν. Φώτα ,ηλεκτρισμός δενυπήρχε και μια λάμπα πετρελαίου και το καντήλι .φώτιζαν το σπίτι. Το χειμώνακάθονταν γύρω από το τζάκι και τα καλοκαίρια στις αυλές ή στους δρόμους της γειτονιάς με τους άλλους γείτονες.
Ο πατέρας πήγαινε μερικές ώρες στοκαφενείο και η μητέρα ετοίμαζε φαγητό και καθάριζε το σπίτι .Εμείς τα παιδιάαρχίζαμε το διάβασμα. Τότε το σχολείο ήταν σχεδόν όλη την ημέρα. 8 -12 το πρωί και 3 -5 το απόγευμα. Πολλέςφορές ,όταν δεν είχαμε βιβλία μαζευόμασταν στο σπίτι του παιδιού που είχε ήπηγαίναμε στο σπίτι του καλού μαθητή , για να λύσουμε και τα προβλήματα. Γύρωαπό το σουφρά, καθισμένοι κατάχαμα και στη μέση η λάμπα πετρελαίου για ναβλέπουμε.. Φανταστείτε 4-5 παιδιά να προσπαθούν να γράψουν πάνω στο σουφρά ,μελίγο φως και με πένες που τις βουτούσαμεμέσα στο μελανοδοχείο , για να γράφουμε. Και νάχεις και το δάσκαλο ,να θέλει ταγράμματα καλλιγραφικά. Πάντα υπήρχε ο αρχηγός, που συνήθως ήταν ο καλύτεροςμαθητής. Είχα αυτό το προνόμιο,αλλάκαι την ευθύνη. Αφού γράφαμε την Αντιγραφή ,Γραμματική και λύναμε τα προβλήματα,αρχίζαμε τα βοηθητικά. Πολλές φορές το βιβλίο ήταν ένα και έπρεπε να διαβάζειο ένας και οι άλλοι να ακούνε. ΄Ετσι μάθαμε γράμματα . Πόσες φορές δε σπάσαμετο γυαλί της λάμπας και πόσες φορές δεν έπεσε η «Αγία ράβδος» ,όπως έλεγαν οιμεγάλοι.
Μετά το φαγητό καθισμένοι γύρω από τοτζάκι παρακαλούσαμε τους γονείς μας ,να μας πουν κανένα παραμύθι ή να μαςδιηγηθούν ιστορίες από τα παλιά. Αν υπήρχε παππούς ή γιαγιά , ακόμα καλύτερα.΄Ηξεραν πολλά παραμύθια ή τα έπλαθαν εκείνη τη στιγμή. Πολλές φορές έναπαραμύθι κρατούσε ατέλειωτα βράδια ,όπως ατέλειωτες ήταν και οι νύχτες τουχειμώνα. Κάποτε κουρασμένοι από το μόχθο της ημέρας οι γονείς ,που να έχουνκέφια για παραμύθια. Θυμάμαι τον παππού ενός παιδιού που για να μας αποφύγει,άρχισε να μας διηγείται ένα παραμύθι.
« Μια φορά και ένα καιρό είχε έναβοσκό ,που είχε 1.000.000 πρόβατα. Επειδή είχε ξηρασία ,θέλησε να πάρει ταπρόβατά του από το νησί του σε κάποιο άλλο, που τα ένωνε μια γέφυρα που χωρούσενα περνάει μόνο ένα πρόβατο. ΄Αρχισαν ένα ένα να περνάνε τα πρόβατα .1,2,3… καισταματάμε εδώ μας έλεγε ,μέχρι να περάσουν όλα τα πρόβατα τη γέφυρα. Κάθε φοράπου του ζητούσαμε να συνεχίσει αυτό το παραμύθι, γιατί μας έτρωγε η περιέργεια, για να δούμε πώς τέλειωσε ,μας απαντούσε πώς ακόμα τα πρόβατα περνάνε τη γέφυρα. ΄Εγινα και εγώ παππούς καιτα πρόβατα δεν έμαθα ποτέ, αν πέρασαν τη γέφυρα…..