Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

"Θέρρος -τρύγος πόλεμος"








Όταν πλησίαζε το καλοκαίρι ,τα σημάδια για να το καταλάβειςήταν πολλά. Τα παιδιά βγάζαμε τα παπούτσια ,περπατούσαμε ξυπόλητοι ,άρχιζαν οι καλοκαιρινές δουλειές, πλησίαζαν οι εξετάσεις και το χωριόάδειαζε. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ούτε θεριστικές μηχανές και οι αποστάσεις ήτανμεγάλες. Ολόκληρη η οικογένεια έμενε στα χωράφια. Όταν θέριζαν ένα χωράφι,πήγαιναν σε κάποιο άλλο , μέχρι να τελειώσουν το θέρος, να «ποθερίσουν ».
Οι μεγάλοι θέριζαν με τα χέρια.Κρατούσαν το δρεπάνι και θέριζαν τα χρυσοκίτρινα στάχυα. Οι άντρες τα έκαναν«γομάρια» και τα έδεναν με λυγαριές, «λύες». ΄Εβλεπες άντρες ,γυναίκεςστη σειρά σκυφτοί από το πρωί ως το βράδυ ,να θερίζουν αδιάκοπα. Τα μεσημέρικάτω από τη σκιά ενός δέντρου, αν υπήρχε,όλη η οικογένεια απολάμβανε το φαϊ πουέφτιαχνε η μητέρα. Η μητέρα είχε όλα τα σύνεργα, τσουκάλια, πιάτα ,τρόφιμα.΄Αναβε φωτιά με ξύλα ,έφτιαχνε με πέτρες «σιεριστιά», για να καθίσει πάνω η«τσούκα» ,τσουκάλι και ταυτόχρονα μαγείρευε και θέριζε. Πιο νόστιμο φαγητό απόαυτό του χωραφιού δεν υπήρχε. Θέλεις η κούραση ,θέλεις τα αγνά υλικά ,το φαγητό αυτό ήταν πεντανόστιμο. Πολλέςφορές όταν η δουλειά ήταν πολλή και η μητέρα δεν προλάβαινε να μαγειρέψει ,η«σαλά»,σαλάτα αντικαθιστούσε το φαγητό. Μέσα σε μια μεγάλη γαβάθα όλοι μαζίτρώγαμε ,βουτώντας το ψωμί. Πόσες φωτιέςάναβαν κατακαλόκαιρο κάθε μέρα ,δεν μπορώ να σας πω. Μπορώ να σας πω όμως ότιποτέ δεν έπιασε φωτιά και να κινδυνέψειδάσος. ΄Ηταν για μένα πράγμα ανεξήγητο. Τα βράδια μου έχουν μείνει αξέχαστα.Δίπλα από τα στάχυα και κάτω από τονέναστρο ουρανό ,όλη η οικογένεια κοιμόταν ευτυχισμένη. Ξυπνούσες και έβλεπες τααστέρια ψηλά στον ουρανό και τον ήλιο να ανατέλλει.
Τα παιδιά και αυτά δούλευαν.Θέριζαν , κουβαλούσαν νερό και έκαναν τις μεταφορές. Τα δεμάτια από το στάριέπρεπε να μεταφερθούν στο χωριό, στα αλώνια. ΄Ηταν η εποχή που άρχιζαν και οιεξετάσεις στο Δημοτικό. Πρωί-πρωί μας φόρτωναν με δεμάτια τα ζώα ,συνήθωςγαϊδουράκια και μουλάρια., καθίζαμε στη μέση και ξεκινούσαμε για το χωριό.΄Επρεπε να πάμε να ξεφορτώσουμε τα δεμάτια, να πάμε στο σχολείο και το μεσημέρινα γυρίσουμε στο χωράφι, να μας ξαναφορτώσουν τα ζώα και το βράδυ να γυρίσουμεξανά πίσω. Παρέες-παρέες τα παιδιά που τα χωράφια γειτόνευαν ,κάναμε όλα αυτάτα δρομολόγια. Τι κούρσες κάναμε για τοποιος θα βγει πρώτος ,δε λέγεται. Το χειρότερο πράγμα στη μεταφορά ,ήταν ναγείρει από τη μια πλευρά το δεμάτι ,τοζώο να μην προχωρά και συ να προσπαθείς να το ισορροπήσεις με τις μικρές σουδυνάμεις. Αν δεν τα κατάφερνες ,έλυνες τα σκοινιά και άφηνες τα δεμάτια για ναέρθουν οι μεγάλοι. Το τι κόλπα κάναμε για να φτάσει το φορτίο δε λέγεται. Μαςέμαθαν να βάζουμε πέτρες στο αντίθετα δεμάτι για να ισορροπεί ή να χαλαρώνουμετα σκοινιά .
Στο τελευταίο χωράφι γινόταν οαγιασμός. ΄Αφηναν ένα κομμάτι αθέριστοκαι συνήθως ο πατέρας με το δρεπάνι θερίζοντας ,έκανε το σχήμα του σταυρού. ΄Εσπαγαν και μια «σουρά», στάμνακαι ο ένας κυνηγούσε τον άλλο για να το βρέξει. Μετά όλοι μαζί γύριζαν στο χωριό κουρασμένοι ,αλλά και χαρούμενοι που εξασφάλισαν τη σοδειά τηςχρονιάς.