Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

"Τα σακούλια"




                                                            







                                                    Τα    σακούλια


Και τι δε μου θύμισε αυτή η λέξη.-΄Εφερες το σακούλι….Το σακούλι ,λέξη που ήταν καθημερινή στο λεξιλόγιό μας στα παιδικά μας χρόνια. Το σακούλι ήταν συνήθως  αντικείμενο μεταφοράς διαφόρων πραγμάτων . Ηταν  πάνινο, μικρό ή μεγάλο και πάντα  κάτι έκρυβε.
   Τα χρόνια που είχαμε φύγει από το χωριό και ήρθαμε στην πόλη της Ρόδου ,κάθε Κυριακή μας έστελλαν από το χωριό το σακούλι. Βλέπετε ή ήμασταν οικότροφοι ή μέναμε σε κάποιο δωμάτιο και προσπαθούσαμε να τα φέρουμε μόνοι μας βόλτα. Η Κυριακή λοιπόν ήταν μέρα προσμονής και μέρα χαράς. Και τι δε μας έστελναν τότε, μέσα στο σακούλι. Ψωμιά, αυγά ,χόρτα, γλυκά ,φαγητά ,τρόφιμα και οτιδήποτε φαγώσιμο. Μέσα στο σακούλι υπήρχε και το χαρτζιλίκι της εβδομάδας.
 Κάθε Κυριακή λοιπόν μαζευόμασταν στο πρακτορείο του ΚΤΕΛ, όλα τα παιδιά από τα χωριά της Νότιας Ρόδου. Μεσαναγρενάκια, Κατταβενάκια, Λαχανιατάκια ,Απολακκιατάκια ,Βατενάκια κ.α  Στις 10 η ώρα το πρωί έφτανε το λεωφορείο . Εμείς μαζευόμασταν πιο νωρίς ,πιάναμε την κουβέντα και γνωριζόμασταν με τα άλλα παιδιά. Και τι δε λέγαμε!!! Όταν έφτανε το λεωφορείο ,βλέπαμε αν ερχόταν κανένας χωριανός και το ρωτούσαμε πώς είναι οι δικοί μας ή αν μας έφερνε κανένα μήνυμα. Τα σακούλια βρίσκονταν στην οροφή του λεωφορείου και έπρεπε να κατέβουν. Ανέβαινε ο εισπράκτορας επάνω και κάποιο παιδί ανέβαινε στην σκάλα . Έδινε ο εισπράκτορας το σακούλι στο παιδί και το παιδί στα παιδιά που βρίσκονταν από κάτω. Κάθε σακούλι έγραφε απέξω το όνομα του παιδιού.
Κάποια Κυριακή κανένα παιδί δεν ανέβαινε στη σκάλα , για να πιάνει τα σακούλια ,για κάποιους λόγους. Ο εισπράκτορας εκνευρίστηκε και φώναζε να ανεβεί κάποιος να βοηθήσει. Αφού όλοι έκαναν την πάπια , άρχισε να πετάει τα σακούλια από την οροφή του λεωφορείου στην άσφαλτο. Φαντάζεστε τι έγινε. Δεν έμεινε αυγό για αυγό και οτιδήποτε άλλο εύθραυστο. Από τότε βάλαμε μυαλό και κάθε Κυριακή βοηθούσε και διαφορετικό παιδί με τη σειρά.
 Μόλις τελείωνε η διανομή , ένα ατέλειωτο κομβόι ξεκινούσε από το ΚΤΕΛ ,στις διάφορες συνοικίες. Κάθε παιδί φορτωνόταν το σακούλι του και πήγαινε για το σπίτι του. Οι ντόπιοι που μας έβλεπαν ,μας ειρωνεύονταν και χαμογελούσαν. Πόσες φορές δεν εκνευριστήκαμε και πόσες φορές δεν δαγκώσαμε τα χείλη ,για να μην αντιδράσουμε , τα χωριατάκια…Μόλις φτάναμε στο σπίτι, άρχιζε η ιεροτελεστία του ανοίγματος του σακουλιού. Λύναμε το σπάγκο και βγάζαμε από το σακούλι τα πράγματα με προσοχή. Ανυπόμονα ψάχναμε το βδομαδιάτικο χαρτζιλίκι ,που ήταν σε ένα τενεκέ μαζί με τα αυγά, τυλιγμένο σε κάποιο χαρτί.. Χαρτζιλίκι που ίσα ίσα περνούσες την   εβδομάδα..
    Κάποια Κυριακή μάταια έψαχνα για το χαρτζιλίκι. Κοίταξα αρκετές φορές στο μέρος που το έβαζε η συγχωρεμένη η μάνα μου και το μόνο που βρήκα ήταν ένα γράμμα που έλεγε. «Αυτήν την εβδομάδα δεν έχει λεφτά. Δε θα σου στέλνω λεφτά, για να γυρίζεις με ποδήλατα»…Τι είχε συμβεί. Στο σπίτι που έμενα, ένα άλλο παιδί είχε ποδήλατο. Μου το έδωσε λοιπόν να πάω στο ΚΤΕΛ ,για να επιστρέψω το σακούλι στο χωριό. Κάποιος με είδε και το είπε στη μάνα μου. Και να η τιμωρία…Η τιμωρία κράτησε ευτυχώς μια εβδομάδα.
Αξέχαστα χρόνια . Σκληρά ,αλλά τα νοσταλγώ και πάντα αναπολώ όλες αυτές τις όμορφες, δύσκολες και σκληρές στιγμές!!!