Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

"Προλήψεις και Δεισιδαιμονίες--2-Η Σαντού, η Μαντού και η Καππαροκέφαλη"



                                                                   




                                            Η Σαντού , η Μαντού και Η Καππαροκέφαλη………



Στο χωριό, τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι ήταν προληπτικοί, φοβόντουσαν τα στοιχειά ,τις ανεράδες και κάθε τι που τους προκαλούσε δέος. Ακόμη και σήμερα ορισμένα πράγματα, σώζονται από γενιά σε γενιά .
    Τα καλοκαίρια , όταν κόντευε ο θερισμός , οι χωριανοί έκλειναν τα σπίτια τους , έπαιρναν μαζί τους ότι χρειάζονταν ,γιατί κοιμόντουσαν τα βράδια στα χωράφια ,κάτω από το φως των αστεριών. Πόσες νύχτες δεν κοιμηθήκαμε στα χωράφια….΄Ολη η οικογένεια ,ακόμη και τα μωρά. ΄Εξω μαγειρεύανε ,τρώγανε και έξω για πολλές μέρες ήταν το σπιτικό τους.
    Όταν πλησίαζε το βράδυ ,οι γονείς καθάριζαν ένα μέρος ,έβαζαν από κάτω αποκάλαμη ,έστρωναν τις στρωσιές  και γύρω γύρω έβαζαν δεμάτια από σιτάρι. Στο χώρο αυτό κοιμόταν όλη η οικογένεια. Πριν κοιμηθούνε επαναλάμβαναν κάποια πράγματα ακαταλαβίστικα για μας τους μικρούς. ΄Ηταν κάποια λόγια που πίστευαν ότι αν τα έλεγαν, προφύλασσαν την οικογένειά τους από τα συρμούμενα (φίδια ,οχιές,σκορπιούς, αράχνες) και τα κακά της νύχτας ( ανεράδες ,λαϊκά,).
   Τα λόγια που έλεγαν ήταν.
«΄ Αϊ –Γιώργη ,δίσανδρε και τρίσανδρε ,δέσε και χαλίνωσε  τα συρμούμενα της γης .
Τον όφιο και την όχεντρα, το σκορπιό και τη σκολόπετρα ,τα φοβερά της νύχτας ,τη Σαντού ,τη Μαντού  και την Καπαροκέφαλη ,μέχρι να βγει ο ήλιος ,πέντε πενταρόξυλα και δεκαοχτώ καλάμια.».
  Έτσι πίστευαν ότι ξόρκιζαν τα πάντα και κοιμόντουσαν ήσυχοι. ΄Ελα όμως που καμιά φορά ,ιδίως οι σκορπιοί ,που βρισκόντουσαν παντού ,τους τσιμπούσαν ,τότε τα λόγια ή δεν τα είπαν καλά ή κάτι ξέχασαν.
     Αξέχαστα χρόνια, αξέχαστες εποχές….