Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

" Η μάντρα της Τάτσας Σκευής"

" Η θεία Σκευή κάτω δεξιά"

" Μαντρούλι"



Οι περισσότεροι χωριανοί ήταν βοσκοί και βοσκός ήταν η Τάτσα Σκευή. Τάτσα στα Μεσαναγρενά είναι η θεία. Η μάντρα της (στάνη ) βρισκόταν στα Περρενά , μια τοποθεσία ανάμεσα στο Βάτι και στο Μεσαναγρό. Από μικρή ήταν βοσκός και καθώς ατύχησε να κάνει οικογένεια, τα κατσίκια της ήταν και τα παιδιά της.
Ξεκινούσε πρωί πρωί για τη μάντρα και γύριζε στο χωριό αργά το απόγευμα. ΄Επρεπε να βάλει τα μικρά να θηλάσουν, να αρμέξει τα κατσίκια ,να καθαρίσει και να φτιάξει το τυρί. ΄Ολη της η ζωή έφυγε πάνω στα βουνά, ως τα βαθιά γεράματα. Οι δύσκολες στιγμές, όπως μου έλεγε ήταν ο χειμώνας. Πολλές φορές μέσα στη βροχή έπρεπε να γίνουν όλες οι παραπάνω δουλειές. Καταβρεγμένη ως το κόκαλο, άναβε φωτιά στο στάβλο ,για να ζεσταθεί και να στεγνώσουν τα ρούχα της.
Τα τυριά της ήταν πεντανόστιμα ,καθώς και το παστό ,ένα είδος τυριού. Της αναλήψεως που όλοι οι χωριανοί πήγαιναν στις μάντρες ,απολαμβάναμε τα νόστιμα τυριά της. Κάθε βράδυ το χειμώνα ,έπρεπε να πάω σπίτι της να ανάψω το τζάκι και να της πάρω ένα πιάτο φαγητό. Καθώς ερχόταν κουρασμένη και βρεγμένη ,η φωτιά στο τζάκι τη γαλήνευε. Σε ανταμοιβή ,κάθε μέρα μου έφερνε ένα μπουκάλι γάλα ,που το ρουφούσα μονοκοπανιάς. Πιο νόστιμο γάλα δεν έχω πιεί ποτέ στη ζωή μου ,μέχρι σήμερα.
Τα χρόνια πέρασαν και η Τάτσα γέρασε . Μάταια της έλεγαν να πουλήσει τα κατσίκια της ,μια και δεν μπορούσε να τα φροντίζει πια. Κανένα δεν άκουγε. Κάποια φορά που και εγώ έπέμενα ,η απάντησή της ήταν.- Εσύ θα πουλούσες τα παιδιά σου…Δεν ξαναμίλησα γι αυτό το θέμα. Μόνο μερικές φορές που καθόταν στην αυλή της και αντίκριζε τα βουνά ,βούρκωνε και έλεγε τι δε θα έδινε να ξαναπάει .
Σε λίγα χρόνια ή Τάτσα έφυγε από τη ζωή .΄Εμειναν όμως τα κατσίκια της, τα παιδιά της όπως έλεγε ,για να μας τη θυμίζουν.